Στο ζήτημα του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας αναφέρθηκε ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, στο περιθώριο της παρουσίασης της νέας μελέτης του ΙΟΒΕ για την παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας, εκφράζοντας ικανοποίηση για τις κυβερνητικές παρεμβάσεις, αλλά και επιφυλάξεις για κρίσιμα ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά.
Ο κ. Θεοδωρόπουλος σημείωσε ότι η βιομηχανία βλέπει θετικά τις παρεμβάσεις για την αντιστάθμιση του κόστους άνθρακα, ωστόσο υπογράμμισε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν εκκρεμότητες, ιδιαίτερα για τη μέση τάση, όπου – όπως ανέφερε – «δεν είμαστε ευχαριστημένοι». Πρόσθεσε ότι υπήρχαν περιθώρια να δοθεί μεγαλύτερη δυνατότητα στήριξης, επισημαίνοντας πάντως ότι οι τελικές αποφάσεις εξαρτώνται από τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο, τις επιλογές της κυβέρνησης αλλά και τις ευρύτερες εξελίξεις που σχετίζονται με τον πόλεμο και την ενεργειακή κρίση.
Αναφερόμενος στις επενδύσεις σε μπαταρίες και αποθήκευση ενέργειας, τόνισε ότι παραμένει ασαφές το πώς θα αξιοποιηθούν τα περίπου 200 εκατ. ευρώ του Modernization Fund, σημειώνοντας πως η αγορά αναμένει πιο ξεκάθαρο πλαίσιο για την κατεύθυνση των συγκεκριμένων πόρων.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο ζήτημα των δικτύων και των διμερών συμβολαίων ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως είπε, δεν είναι απαραίτητη η καθετοποίηση των επιχειρήσεων προκειμένου να διασφαλιστεί ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος, καθώς υπάρχουν δυνατότητες ανάπτυξης διμερών συμβολαίων μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών ενέργειας. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η χώρα δεν αντιμετωπίζει έλλειψη Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, αλλά κυρίως ζητήματα που σχετίζονται με τις υποδομές και τα δίκτυα.
Οι δηλώσεις έγιναν στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας του ΣΕΒ για την ανάδειξη της παραγωγικότητας ως κεντρικής εθνικής προτεραιότητας, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου με αφορμή την παρουσίαση της νέας μελέτης του ΙΟΒΕ για την ελληνική οικονομία.
Τη μελέτη παρουσίασε ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, ενώ ο πρόεδρος του ΣΕΒ συζήτησε με δημοσιογράφους τα βασικά συμπεράσματα και τις προκλήσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει περίπου στα επίπεδα του 2000, παρά την ανάπτυξη των τελευταίων ετών, και εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η αύξηση του ΑΕΠ στηρίχθηκε κυρίως στην ενίσχυση της απασχόλησης και λιγότερο στη βελτίωση της παραγωγικότητας, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες διατηρήσιμης ανάπτυξης και αύξησης των εισοδημάτων.
Ο κ. Θεοδωρόπουλος υπογράμμισε ότι η παραγωγικότητα αποτελεί «εθνικό στόχο» και όχι έναν απλό τεχνικό δείκτη, επισημαίνοντας ότι απαιτούνται περισσότερες επενδύσεις, τεχνολογικός εκσυγχρονισμός, ενίσχυση των δεξιοτήτων και βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, με ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης και λιγότερη γραφειοκρατία.