Σε νέα φάση μπαίνει ο σχεδιασμός για την αξιοποίηση της γεωθερμίας στην Ελλάδα, με το ΥΠΕΝ να επιχειρεί να επαναφέρει στο επενδυτικό προσκήνιο επτά περιοχές με αξιόλογο θερμικό δυναμικό.
Η πρόσφατη ολοκλήρωση της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων θεωρείται κομβικό βήμα, καθώς δημιουργεί τη βάση για την επανεκκίνηση διαγωνιστικών διαδικασιών που είχαν μείνει πίσω τα προηγούμενα χρόνια.
Οι περιοχές
Στο επίκεντρο βρίσκονται η Κεντρική και Νότια λεκάνη του Στρυμόνα, ο Ακροπόταμος Καβάλας, το δυτικό τμήμα της λεκάνης του Δέλτα Νέστου, η λεκάνη του Δέλτα Έβρου, η Σαμοθράκη, η Νότια Χίος και η λεκάνη του Σπερχειού. Πρόκειται για περιοχές όπου τα διαθέσιμα γεωλογικά και γεωθερμικά δεδομένα δείχνουν προοπτικές αξιοποίησης τόσο για θερμικές χρήσεις όσο και, υπό προϋποθέσεις, για ηλεκτροπαραγωγή.
Υπενθυμίζεται ότι η προηγούμενη προσπάθεια προσέλκυσης επενδυτών δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Παρά το αρχικό ενδιαφέρον ενεργειακών ομίλων, ο διαγωνισμός που είχε προκηρυχθεί για τέσσερις περιοχές κατέληξε άγονος. Το υψηλό γεωλογικό και επενδυτικό ρίσκο, η αβεβαιότητα γύρω από την πρόσβαση στο ηλεκτρικό δίκτυο και οι αδειοδοτικές δυσκολίες λειτούργησαν αποτρεπτικά.
Σύμφωνα με τον νέο σχεδιασμό, η επαναπροκήρυξη τοποθετείται χρονικά προς το τέλος του 2026 ή στις αρχές του 2027. Μέχρι τότε, ζητούμενο είναι να διαμορφωθεί πιο ελκυστικό πλαίσιο, με χρηματοδοτικά εργαλεία, απλούστερες διαδικασίες και μεγαλύτερη σαφήνεια ως προς τους όρους σύνδεσης.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην πιθανή προτεραιοποίηση των γεωθερμικών έργων για ηλεκτρικό χώρο. Χωρίς εξασφαλισμένη δυνατότητα απορρόφησης της παραγόμενης ενέργειας, ακόμη και ώριμα γεωθερμικά πεδία παραμένουν δύσκολο να περάσουν από τη φάση της έρευνας στην υλοποίηση.
Τα δεδομένα ανά περιοχή παρουσιάζουν διαφορετικό βαθμό ωριμότητας. Στον Στρυμόνα, έχουν καταγραφεί θερμοκρασίες που φθάνουν περίπου τους 135°C σε μεγάλα βάθη, ενώ η περιοχή θεωρείται από τις πιο μελετημένες της χώρας. Στον Έβρο, οι ενδείξεις είναι επίσης ισχυρές, με βαθύτερες θερμές ζώνες που μπορούν να ξεπερνούν τους 145°C. Στον Νέστο, οι θερμοκρασίες σε βάθη άνω του ενός χιλιομέτρου ενισχύουν την προοπτική αναβάθμισης του ενδιαφέροντος.
Στον Ακροπόταμο Καβάλας, τα ρηχά θερμά ρευστά συνδυάζονται με ενδείξεις για βαθύτερο σύστημα. Στη Σαμοθράκη, το ενδιαφέρον συνδέεται κυρίως με τις θερμές πηγές των Θέρμων και των Ψαρόθερμων. Στη Νότια Χίο, το πεδίο των Νενήτων παραμένει το βασικό σημείο αναφοράς, ενώ στον Σπερχειό η γεωθερμική δραστηριότητα εκτείνεται από τις Θερμοπύλες έως τα Καμένα Βούρλα.
Το competitive advantage της γεωθερμίας και το ενδιαφέρον της ΔΕΗ
Η γεωθερμία έχει ένα βασικό πλεονέκτημα έναντι άλλων ΑΠΕ, δεν εξαρτάται από τον ήλιο ή τον άνεμο και μπορεί να προσφέρει σταθερή ενέργεια. Παράλληλα, μπορεί να αξιοποιηθεί σε τηλεθέρμανση, θερμοκήπια, αγροτικές χρήσεις, τουριστικές εγκαταστάσεις και βιομηχανικές εφαρμογές.
Το στοίχημα, ωστόσο, παραμένει η μετάβαση από το γεωλογικό ενδιαφέρον στην πραγματική επένδυση. Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό δυναμικό, αλλά μέχρι σήμερα η αξιοποίησή του είναι περιορισμένη. Η νέα προσπάθεια θα κριθεί από το εάν το κράτος καταφέρει να μειώσει το ρίσκο για τους επενδυτές και να δώσει καθαρούς κανόνες στην αγορά.
Παράλληλα, η πιλοτική μονάδα γεωθερμικής ηλεκτροπαραγωγής της ΔΕΗ Ανανεώσιμες στη Λέσβο, ισχύος 250 kW, παρακολουθείται ως πιθανό σημείο επανεκκίνησης για τον κλάδο. Εφόσον προχωρήσει επιτυχώς, μπορεί να λειτουργήσει ως οδηγός για μεγαλύτερα έργα, όπως η σχεδιαζόμενη εμπορική μονάδα 5 MW στο νησί.Top of Form
Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες, το αμέσως επόμενο διάστημα αναμένεται η ΔΕΗ να επιλέξει τον ανάδοχο που θα υλοποιήσει τη πιλοτική αυτή μονάδα γεωθερμίας στη Λέσβο ώστε το έργο να έχει ολοκληρωθεί προς τα τέλη του έτους ή το αργότερο αρχές του 2027.
Επιπλέον, η εταιρεία έχει εξασφαλίσει δικαιώματα σε γεωθερμικά πεδία υψηλής θερμοκρασίας σε Λέσβο, Νίσυρο, Μέθανα και στη ζώνη Μήλου–Κιμώλου–Πολυαίγου. «Παίρνει σειρά» η Μήλος
Από όλες αυτές τις περιοχές που έχουν παραχωρηθεί στη ΔΕΗ Ανανεώσιμες, η πιο ώριμη, όπως εξηγούν πηγές με γνώση της διαδικασίας, είναι αυτή στη Μήλο. Eκεί προχωρά ο σχεδιασμός ερευνητικών γεωτρήσεων, με στόχο να αποτυπωθούν με μεγαλύτερη ακρίβεια τα χαρακτηριστικά και το δυναμικό του γεωθερμικού ρευστού.