Μενού Ροή
Ακρίβεια στα καύσιμα: Οι λύσεις της Ευρώπης και τα δύσκολα διλήμματα για την Ελλάδα

Η νέα ενεργειακή κρίση που αναζωπυρώνεται ταχύτατα λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, επαναφέρει με ένταση στο προσκήνιο το ζήτημα της ακρίβειας στα καύσιμα και το ερώτημα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναφορικά με το πόσο… μακριά μπορούν να φτάσουν για να συγκρατήσουν τις τιμές των καυσίμων χωρίς να διαταράξουν τα δημόσια οικονομικά ή τη λειτουργία της αγοράς…

Από την Ισπανία έως την Πολωνία και από τη Ρουμανία μέχρι την Ουγγαρία, οι παρεμβάσεις πολλαπλασιάζονται, αποτυπώνοντας μια σαφή πολιτική κατεύθυνση, που λέει ότι η ακρίβεια στην ενέργεια δεν μπορεί να αφεθεί ανεξέλεγκτη.

Είναι ίσως η πρώτη φορά στα χρονικά, που κυβερνήσεις δείχνουν τόσο γρήγορα αντανακλαστικά, λαμβάνοντας άμεσα μέτρα. Και αυτό, ασφαλώς δεν είναι τυχαίο, καθώς η… κουλτούρα παρεμβάσεων και διευκολύνσεων που ξεκίνησε με τον Covid-19, έχει κυριαρχήσει, ενώ την ίδια ώρα – καλώς ή κακώς – υπάρχει ο φόβος των μεγάλων κοινωνικών αντιδράσεων, που μπορούν να «φουντώσουν» ταχύτατα.

Σε όλη την Ευρώπη λοιπόν, κυβερνήσεις ενεργοποιούν εργαλεία δημοσιονομικής και ρυθμιστικής πολιτικής, επιχειρώντας να αναχαιτίσουν το κύμα αυξήσεων και να προστατεύσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Στην Ισπανία, η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ υιοθετεί ένα πλέγμα μέτρων για τη στήριξη των πολιτών, συνεχίζοντας τη στρατηγική επιδοτήσεων και παρεμβάσεων που είχε εφαρμόσει και κατά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση. Αν και οι λεπτομέρειες διαφοροποιούνται, ο πυρήνας της πολιτικής παραμένει η άμεση απορρόφηση μέρους των αυξήσεων μέσω κρατικής στήριξης.

Στην Πολωνία, ο πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ επιλέγει μια πιο επιθετική γραμμή, μειώνοντας δραστικά τον ΦΠΑ στα καύσιμα στο 8% από 23% και τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επιβολής φόρου υπερκερδών στις ενεργειακές επιχειρήσεις. Την ίδια στιγμή, άλλες χώρες φλερτάρουν με ακόμη πιο παρεμβατικές λύσεις, όπως τα πλαφόν στις τιμές.

Οι επιλογές της Ελλάδας

Μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό τοπίο, η Ελλάδα καλείται να ισορροπήσει σε ένα ιδιαίτερα στενό πλαίσιο. Η δομή της αγοράς καυσίμων και κυρίως η υψηλή φορολογική επιβάρυνση περιορίζουν σημαντικά τα περιθώρια για οριζόντιες μειώσεις φόρων, όπως αυτές που ανακοινώνει ο Τουσκ στην Πολωνία. Κάθε τέτοια κίνηση θα είχε άμεσο και σημαντικό αντίκτυπο στα δημόσια έσοδα, σε μια περίοδο όπου η δημοσιονομική σταθερότητα παραμένει βασική προτεραιότητα.

Έτσι, το βάρος μετατοπίζεται εκ νέου σε πιο στοχευμένα εργαλεία όπως οι επιδοτήσεις στην αντλία ή ενισχύσεις προς τα νοικοκυριά, που μπορούν να λειτουργήσουν ως «βαλβίδα αποσυμπίεσης» χωρίς να πληγώνουν τον προϋπολογισμό. Σε αυτή την κατεύθυνση ήταν τα μέτρα που ανακοινώθηκαν την περασμένη Δευτέρα. Όμως, η έως τώρα εμπειρία έχει δείξει ότι τα μέτρα αυτά έχουν περιορισμένη εμβέλεια όταν οι διεθνείς τιμές κινούνται ανοδικά για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Σε αυτό το πλαίσιο, επανέρχεται με αυξημένη ένταση το σενάριο της φορολόγησης υπερκερδών — και ειδικά για τα διυλιστήρια. Η Ελλάδα έχει ήδη εφαρμόσει αντίστοιχες παρεμβάσεις στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, ενώ και για τα διυλιστήρια έχουν εφαρμοστεί παρόμοιες πολιτικές στο πολύ πρόσφατο παρελθόν και ειδικά για τις χρήσεις 2023 και 2024.

Τα (πολύ) υψηλά περιθώρια διύλισης που καταγράφονται σε περιόδους έντονης μεταβλητότητας και μεγάλης αύξησης των τιμών του πετρελαίου, όπως η σημερινή, φέρνουν στο προσκήνιο τέτοιες σκέψεις. Προς το παρόν, επίσημα, δεν υπάρχει κάποιο τέτοιο σενάριο στην ελληνική αγορά, όμως αν συνεχιστεί αυτή η δραματική κατάσταση διεθνώς, κανένας δεν μπορεί να προεξοφλήσει ότι δεν θα υπάρξει στο μέλλον.

Τρεις βασικοί παράγοντες

Το αν θα ενεργοποιηθεί εκ νέου ένα τέτοιο μέτρο, εξαρτάται από τρεις βασικούς παράγοντες.

Πρώτον, από την πορεία των διεθνών τιμών και κυρίως των περιθωρίων διύλισης. Αν καταγραφεί εκ νέου απότομη αύξηση των κερδών των διυλιστηρίων, η πολιτική πίεση για παρέμβαση θα ενταθεί σημαντικά.

Δεύτερον, από τη δημοσιονομική ανάγκη. Ένας φόρος υπερκερδών μπορεί να λειτουργήσει διττά, αφενός ως εργαλείο αναδιανομής, αφετέρου ως πηγή εσόδων που θα χρηματοδοτήσει μέτρα στήριξης.

Τρίτον, από το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η προηγούμενη εμπειρία έδειξε ότι τέτοιες παρεμβάσεις είναι πολιτικά και θεσμικά πιο εύκολες όταν εντάσσονται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή κατεύθυνση, παρά όταν αποτελούν μεμονωμένη εθνική πρωτοβουλία.

Παρά ταύτα, η επιβολή νέας φορολογίας στα διυλιστήρια δεν είναι μια «ανώδυνη» επιλογή. Ενέχει κινδύνους για τη λειτουργία της αγοράς, επηρεάζει τα επενδυτικά σχέδια των εταιρειών και μπορεί να δημιουργήσει αβεβαιότητα σε έναν κλάδο με κρίσιμο ρόλο στην ενεργειακή επάρκεια της χώρας. Επιπλέον, τίθεται πάντα το ζήτημα του κατά πόσο ένα τέτοιο μέτρο μετακυλύεται τελικά, έστω και έμμεσα, στις τιμές.

Συνολικά, η Ελλάδα φαίνεται να κινείται —τουλάχιστον σε αυτή τη φάση— προς μια πιο «συντηρητική» διαχείριση της κρίσης με στοχευμένες ενισχύσεις, στενή παρακολούθηση της αγοράς και διατήρηση όλων των επιλογών στο τραπέζι. Ωστόσο, αν η κρίση στην ενέργεια αποκτήσει διάρκεια και ένταση, η φορολόγηση υπερκερδών στα διυλιστήρια είναι ένα σενάριο που δύσκολα θα μείνει εκτός συζήτησης. Και αυτή τη φορά, ενδέχεται να αποτελέσει όχι απλώς επιλογή, αλλά αναγκαιότητα.

Συμπέρασμα

Η Ευρώπη κινείται ταχύτατα προς ένα νέο κύμα παρεμβάσεων στην αγορά ενέργειας, με εργαλεία που κυμαίνονται από φοροελαφρύνσεις έως αυστηρά ρυθμιστικά μέτρα. Για την Ελλάδα, η εξίσωση είναι πιο σύνθετη καθώς η ανάγκη στήριξης της κοινωνίας συγκρούεται με τους δημοσιονομικούς περιορισμούς και τις ιδιαιτερότητες της αγοράς.

Το πιθανότερο σενάριο είναι ένας συνδυασμός στοχευμένων επιδοτήσεων και επιλεκτικών παρεμβάσεων στη φορολογία ή στα υπερκέρδη, παρά μια οριζόντια και δραστική μείωση φόρων ή επιβολή πλαφόν. Ωστόσο, αν η κρίση αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια ή ένταση, δεν αποκλείεται η κυβέρνηση να αναγκαστεί να επανεξετάσει πιο ριζικές λύσεις, ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας