Η Εισαγγελία για τη Δίωξη Οργανωμένου Εγκλήματος και Διαφθοράς της Βόρειας Μακεδονίας έθεσε στο αρχείο, έπειτα από έρευνα διάρκειας ενός έτους, την υπόθεση για τις φερόμενες παρατυπίες στις προμήθειες μαζούτ για τον θερμοηλεκτρικό σταθμό TPP Negotino, κρίνοντας ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για την άσκηση ποινικών διώξεων σε βάρος 13 υπόπτων, μεταξύ των οποίων πρώην κρατικοί αξιωματούχοι του ενεργειακού τομέα και στελέχη επιχειρήσεων.
Η υπόθεση αφορούσε συμβάσεις που υπογράφηκαν κατά την ενεργειακή κρίση της περιόδου 2021–2023, όταν η κρατική εταιρεία παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, ESM, προμηθεύτηκε μαζούτ για την έκτακτη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στον σταθμό TPP Negotino. Οι εισαγγελικές αρχές είχαν αρχικά κάνει λόγο για κατάχρηση διαδικασιών δημοσίων προμηθειών, παράνομες τροποποιήσεις συμβάσεων και ξέπλυμα χρήματος, με τις πρώτες εκτιμήσεις να ανεβάζουν τη δυνητική οικονομική ζημία περίπου στα 167,5 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, μετά την εξέταση οικονομικών στοιχείων, συμβάσεων, πραγματογνωμοσυνών και καταθέσεων μαρτύρων από την ESM, στελέχη του σταθμού και αδειοδοτημένους εμπόρους καυσίμων, οι εισαγγελείς ανακοίνωσαν ότι δεν διαπιστώθηκε τέλεση οποιουδήποτε αδικήματος. Όπως ανέφεραν, η διαδικασία προμήθειας πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο έκτακτων κυβερνητικών μέτρων, οι παραδόσεις καυσίμων έγιναν έγκαιρα και η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας συνεχίστηκε χωρίς διακοπή.
Οι αρχές υποστήριξαν επίσης ότι οι συγκεκριμένες συμβάσεις δεν προκάλεσαν οικονομική ζημία ούτε στην ESM ούτε στον κρατικό προϋπολογισμό. Αντιθέτως, τόνισαν πως η ηλεκτρική ενέργεια που παρήχθη από τον σταθμό κατά τη διάρκεια της κρίσης βοήθησε στην κάλυψη των αναγκών της χώρας σε χαμηλότερες τιμές σε σχέση με εκείνες της ελεύθερης αγοράς. Παράλληλα, οι εισαγγελείς απέρριψαν και τις κατηγορίες περί ξεπλύματος χρήματος, σημειώνοντας ότι οι πληρωμές που έγιναν μέσω των συμβάσεων δεν συνιστούσαν παράνομα κέρδη.
Η έρευνα αφορούσε συνολικά 13 άτομα, μεταξύ των οποίων τον επιχειρηματία Asmir Jahoski, που συνδέεται με την πετρελαϊκή εταιρεία Pucko Petrol, καθώς και τον πρώην διευθυντή της ESM, Vasko Kovachevski, ο οποίος φέρεται να διέφυγε από τη χώρα κατά τη διάρκεια της υπόθεσης. Αρκετοί από τους υπόπτους είχαν τεθεί υπό κράτηση, ενώ ο Jahoski αφέθηκε αργότερα ελεύθερος με εγγύηση που, σύμφωνα με πληροφορίες, έφθανε περίπου τα 2 εκατ. ευρώ σε μετρητά και περιουσιακά στοιχεία.
Η απόφαση να κλείσει η υπόθεση προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιδράσεις. Ο βουλευτής και πρώην υπουργός Εξωτερικών Antonio Milososki κατηγόρησε τους εισαγγελείς ότι ενήργησαν υπό πολιτικές πιέσεις και διερωτήθηκε γιατί η φυγή του Kovachevski δεν θεωρήθηκε επιπλέον ένδειξη παρανομίας. Από την πλευρά του, ο επικεφαλής εισαγγελέας Islam Abazi αρνήθηκε οποιαδήποτε παρέμβαση, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση βασίστηκε αποκλειστικά στα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την έρευνα.
Η υπόθεση είχε εξελιχθεί σε μία από τις πλέον προβεβλημένες έρευνες για πιθανή διαφθορά στον ενεργειακό τομέα της Βόρειας Μακεδονίας, κυρίως λόγω του μεγέθους των φερόμενων απωλειών αλλά και των δημόσιων συλλήψεων που είχαν προηγηθεί. Σύμφωνα με την Εισαγγελία, το κόστος της έρευνας ξεπέρασε τις 50.000 ευρώ. Αν και η νομική διαδικασία έκλεισε επισήμως, η εξέλιξη αναμένεται να αναζωπυρώσει τη δημόσια συζήτηση για τη διαφάνεια των εισαγγελικών αρχών και την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη της χώρας.