Η κρατική εταιρεία ηλεκτρισμού της Βόρειας Μακεδονίας ESM αντιμετωπίζει τραπεζικές υποχρεώσεις που ξεπερνούν τα 250 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεσή της, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενο λειτουργικό κόστος, υποχώρηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και συνεχιζόμενη εξάρτηση από εισαγωγές ρεύματος.
Το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών βαρών της εταιρείας προέρχεται από μακροπρόθεσμο τραπεζικό δανεισμό, ενώ συνολικά οι δανειακές της υποχρεώσεις αυξήθηκαν κατά περίπου 170 εκατ. ευρώ μέσα στους τελευταίους 18 μήνες. Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως σε νέα δάνεια από εγχώριες τράπεζες, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση των καθημερινών λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης.
Παράλληλα, οι υποχρεώσεις προς προμηθευτές ανήλθαν σε περίπου 80 εκατ. ευρώ, αντανακλώντας τις αυξημένες δαπάνες για αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, μαζούτ και άνθρακα. Από την άλλη πλευρά, οι απαιτήσεις από πελάτες κινούνται σε παρόμοια επίπεδα, με αποτέλεσμα να μετριάζεται εν μέρει η πίεση από τις υποχρεώσεις πληρωμών.
Παρότι το συνολικό κόστος αυξήθηκε, η ESM προχώρησε πέρυσι σε περικοπές δαπανών σε τομείς όπως οι νομικές και συμβολαιογραφικές υπηρεσίες, τα πρόστιμα και οι αποζημιώσεις, οι προμήθειες, τα επετειακά μπόνους, οι αποζημιώσεις συνταξιοδότησης και τα έξοδα εκπροσώπησης. Ωστόσο, αυξημένες εμφανίζονται οι δαπάνες για αμοιβές και παροχές μελών διοίκησης, γεγονός που αποδίδεται σε πληρωμές αποζημιώσεων προς πρώην στελέχη του διοικητικού συμβουλίου.
Σημαντική ήταν και η αύξηση του κόστους προσωρινού προσωπικού, το οποίο ενισχύθηκε κατά περισσότερο από 4 εκατ. ευρώ. Εργαζόμενοι μέσω εταιρειών προσωρινής απασχόλησης τοποθετήθηκαν σε κρίσιμες εγκαταστάσεις της εταιρείας, όπως το θερμοηλεκτρικό συγκρότημα της Μπίτολα, ο σταθμός Oslomej, υδροηλεκτρικές μονάδες και ο θερμοηλεκτρικός σταθμός Negotino, ο οποίος παραμένει σε κατάσταση εφεδρείας. Πρόσθετο προσωπικό προσλήφθηκε και στα κεντρικά γραφεία της επιχείρησης.
Σε επενδυτικό επίπεδο, η ESM επικέντρωσε τις δαπάνες της στην ανάπτυξη του δικτύου τηλεθέρμανσης της Μπίτολα και στην αναβάθμιση των υποδομών διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά την παραγωγική της επίδοση. Το 2025 η εταιρεία κατέγραψε τη χαμηλότερη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας της τελευταίας δεκαετίας, ενώ δαπάνησε περίπου 100 εκατ. ευρώ για εισαγωγές ρεύματος προκειμένου να καλύψει τη ζήτηση.
Παρά τον φιλόδοξο στόχο της νέας διοίκησης για παραγωγή άνω των 5.000 GWh, η πραγματική παραγωγή των μονάδων της ESM ξεπέρασε οριακά τις 3.000 GWh. Την ίδια στιγμή αυξήθηκε και η κατανάλωση καυσίμων, με περισσότερα από 30 εκατ. ευρώ να δαπανώνται για μαζούτ, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως εναλλακτική πηγή ενέργειας σε εγκαταστάσεις όπως οι μονάδες Oslomej και Μπίτολα.
Η ESM αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια προβλήματα οικονομικής βιωσιμότητας. Αν και το πρώτο τρίμηνο του 2026 εμφάνισε ενδείξεις βελτίωσης, οι λειτουργικές και χρηματοοικονομικές προκλήσεις παραμένουν έντονες, δημιουργώντας αβεβαιότητα για την πορεία της εταιρείας τα επόμενα χρόνια.