Οι αγορές ενέργειας εισέρχονται στο 2026 με bearish διάθεση, καθώς η γεωπολιτική αβεβαιότητα θολώνει τις προοπτικές και τα αυξανόμενα σημάδια διόγκωσης των αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου απειλούν να βυθίσουν τις τιμές.
Η περασμένη χρονιά ήταν μια «άγρια» χρονιά για τη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς στιγματίστηκαν από τον 12ήμερο πόλεμο Ισραήλ-Ιράν τον Ιούνιο, τους εμπορικούς πολέμους του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, την εντατικοποιημένη στόχευση των ενεργειακών υποδομών στη Ρωσία στον πόλεμό της εναντίον της Ουκρανίας, τις συχνά περίπλοκες αποφάσεις παραγωγής του ΟΠΕΚ και τον πρόσφατα απειλούμενο αποκλεισμό της Βενεζουέλας από τις ΗΠΑ, όπως αναφέρει το Reuters σε σχετικά ανάλυση για τη χρονιά που πέρασε και για τις προοπτικές του 2026.
Όσον αφορά το τι επιφυλάσσει το νέο έτος, εκτιμά πως υπάρχουν πέντε κυρίαρχες τάσεις που είναι πιθανό να διαμορφώσουν το ενεργειακό τοπίο όχι μόνο το 2026 αλλά και μετά, οι εξής:
1)Η χρονιά του υπερ-πλεονάσματος;
Οι επενδυτές θα επικεντρωθούν έντονα στα σημάδια διόγκωσης των αποθεμάτων πετρελαίου τον νέο χρόνο, εκτιμά το Reuters, αφού οι τιμές του αργού πετρελαίου μειώθηκαν σχεδόν κατά 20% το 2025 σε περίπου 60 δολάρια το βαρέλι, λόγω φόβων για σημαντική υπερπροσφορά.
Η παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου έχει αυξηθεί κατακόρυφα τον τελευταίο χρόνο. Οι ΗΠΑ - ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο - αύξησαν την παραγωγή, όπως και ο Καναδάς και η Βραζιλία, ενώ ο ΟΠΕΚ και οι σύμμαχοί του, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας, ανέτρεψαν χρόνια περικοπών.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προβλέπει ότι η προσφορά θα υπερβεί τη ζήτηση το 2026 κατά 3,85 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα (bpd), ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 4% της παγκόσμιας ζήτησης.
Ωστόσο, οι αναλυτές του ΟΠΕΚ βλέπουν μια σε μεγάλο βαθμό ισορροπημένη αγορά τον επόμενο χρόνο, δημιουργώντας μια από τις πιο έντονες αποκλίσεις στις προβλέψεις εδώ και δεκαετίες.
Η αβεβαιότητα σχετικά με την ισορροπία προσφοράς-ζήτησης έχει επιδεινωθεί από την μεγάλης κλίμακας συσσώρευση αποθεμάτων αργού πετρελαίου στην Κίνα από τον Απρίλιο. Οι traders έχουν περιορισμένη ορατότητα σχετικά με αυτούς τους όγκους, αν και εκτιμάται ότι είναι σημαντικοί σε περίπου 500.000 βαρέλια την ημέρα, σύμφωνα με υπολογισμούς του Reuters.
Τελικά, ο IEA φαίνεται πιο πιθανό να αποδειχθεί σωστός. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Kpler, το πετρέλαιο που μεταφέρεται ή αποθηκεύεται σε δεξαμενόπλοια έχει αυξηθεί τις τελευταίες εβδομάδες στο υψηλότερο σημείο του από τον Απρίλιο του 2020, όταν η κατανάλωση μειώθηκε λόγω των lockdown της COVID-19. Τέτοια αυξημένα αποθέματα που μεταφέρονται μέσω θαλάσσης υποδηλώνουν ότι τα αποθέματα στην ξηρά μπορεί σύντομα να αρχίσουν να «γεμίζουν», προσθέτοντας περαιτέρω καθοδική πίεση στις τιμές.
2) Το κύμα LNG έρχεται
Η ζήτηση για υγροποιημένο φυσικό αέριο έχει αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια, ιδίως καθώς η Ευρώπη επιδιώκει να αντικαταστήσει γρήγορα τους τεράστιους όγκους ρωσικού φυσικού αερίου μέσω αγωγών που εισήγαγε πριν από την εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία το 2022.
Η άνθηση αυτή απέφερε τεράστια κέρδη στους παραγωγούς και τους εμπόρους LNG, αλλά αυτό μπορεί να μην ισχύει στο μέλλον, καθώς η παγκόσμια εξαγωγική ικανότητα αυξάνεται.
Μεταξύ του 2025 και του 2030, η νέα εξαγωγική ικανότητα LNG αναμένεται να αυξηθεί κατά 300 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως, σημειώνοντας αύξηση 50%, σύμφωνα με τον IEA, με περίπου το 45% να προέρχεται από τις ΗΠΑ, τον μεγαλύτερο εξαγωγέα καυσίμου στον κόσμο.
Η προσφορά αναμένεται να ξεπεράσει την αύξηση της ζήτησης κατά την ίδια περίοδο, συμπιέζοντας τα περιθώρια κέρδους των παραγωγών και προσφέροντας στους καταναλωτές στην Ευρώπη και την Ασία κάποια ανακούφιση. Η αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου στις ΗΠΑ αποτελεί έναν ακόμη πονοκέφαλο για τους παραγωγούς.
Ωστόσο, οι παραγωγοί έχουν κάποιο λόγο για αισιοδοξία, επισημαίνει το Reuters. Καθώς οι τιμές του LNG μειώνονται το 2026 και μετά, αυτή η πηγή ενέργειας θα γίνει ολοένα και πιο ανταγωνιστική με επιλογές χαμηλότερου κόστους όπως το πετρέλαιο και ο άνθρακας, ενισχύοντας ενδεχομένως τη ζήτηση για το καύσιμο.
3) Επίμονη υπεραπόδοση του ντίζελ
Τα περιθώρια κέρδους του ντίζελ αυξήθηκαν το 2025, κερδίζοντας έδαφος τους τελευταίους έξι μήνες, καθώς η αγορά διυλισμένων προϊόντων αντιμετώπισε περιορισμούς στην προσφορά, ακόμη και καθώς ο κόσμος κατακλύζεται ολοένα και περισσότερο από αργό πετρέλαιο.
Τα ευρωπαϊκά περιθώρια διύλισης ντίζελ αυξήθηκαν κατά 30% το 2025, σε σύγκριση με πτώση 20% στις τιμές του αργού πετρελαίου Brent το 2025, σύμφωνα με στοιχεία της LSEG.
Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε μια σειρά ουκρανικών επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε ρωσικά διυλιστήρια και τερματικούς σταθμούς πετρελαίου, οι οποίες οδήγησαν σε μείωση των εξαγωγών ντίζελ στα τέλη του 2025, καθώς και στην απόφαση της ΕΕ να απαγορεύσει τις εισαγωγές καυσίμων που παράγονται από ρωσικό αργό πετρέλαιο.
Αυτή η τάση αναμένεται να συνεχιστεί το 2026, καθώς υπάρχει σχετικά μικρή νέα δυναμικότητα διύλισης που θα τεθεί σε λειτουργία. Μια ειρηνευτική συμφωνία στην Ουκρανία θα άλλαζε κάπως το τοπίο, αλλά πιθανότατα θα προσέφερε μόνο περιορισμένη ανακούφιση.
4) Οι μεγάλες εταιρείες πετρελαίου αισιοδοξούν
Οι εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου προετοιμάζονται για ισχυρές αντιξοότητες το 2026, επισημαίνει το Reuters. Οι Chevron, Exxon Mobil και TotalEnergies έχουν μειώσει όλες τα σχέδια δαπανών για το επόμενο έτος κατά περίπου 10% και έχουν ανακοινώσει μεγάλες περικοπές κόστους.
Ταυτόχρονα, οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες φαίνονται αρκετά αισιόδοξες για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές.
Ξοδεύουν περισσότερα για εξερεύνηση και επενδύσεις σε νέα έργα που θα τεθούν σε λειτουργία αργότερα αυτή τη δεκαετία ή στις αρχές της δεκαετίας του 2030. Οι μεγάλοι παραγωγοί πετρελαίου της Μέσης Ανατολής, συμπεριλαμβανομένης της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, προετοιμάζονται επίσης για μια νέα εποχή επενδύσεων σε upstream έργα.
Αυτή η μακροπρόθεσμη αισιόδοξη προοπτική μπορεί να ωθήσει τις δυτικές μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες - οι περισσότερες από τις οποίες διαθέτουν ισχυρού ισολογισμούς και σχετικά χαμηλό χρέος, με αξιοσημείωτη εξαίρεση την BP - να χρησιμοποιήσουν την αναμενόμενη αδυναμία του 2026 για να «καταβροχθίσουν» τους ανταγωνιστές που δυσκολεύονται.
5) Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας: Χτυπημένες αλλά όχι ηττημένες
Τον Οκτώβριο του 2025, ο IEA μείωσε την παγκόσμια πρόβλεψή του για την ανάπτυξη της ανανεώσιμης ενέργειας έως το 2030 κατά το ένα πέμπτο, ή 248 γιγαβάτ, σε σύγκριση με τις προβλέψεις το 2024, επικαλούμενος ασθενέστερες προοπτικές στις ΗΠΑ και την Κίνα. Η παγκόσμια δυναμικότητα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αναμένεται τώρα να αυξηθεί κατά 4.600 γιγαβάτ έως το 2030, με την ηλιακή ενέργεια να αντιπροσωπεύει περίπου το 80% της αύξησης.
Παρόλα αυτά, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να αυξηθεί κατά 4% ετησίως έως το 2027, λόγω των κέντρων δεδομένων που διψούν για ενέργεια και του ευρύτερου εξηλεκτρισμού των οικονομιών, ακόμη και όταν οι κυβερνήσεις και οι εταιρείες ενδέχεται να επιβραδύνουν τα σχέδια ενεργειακής μετάβασης στο όνομα της ενεργειακής ασφάλειας.
Αυτή η ένταση αναμένεται να κυριαρχήσει στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας το 2026 και μετά, ιδίως καθώς το κόστος της ηλιακής ενέργειας, της αιολικής ενέργειας και της αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες, αναμένεται να συνεχίσει να μειώνεται.