Η Ελλάδα και η Σερβία αναδεικνύονται σε σημαντικούς παίκτες στη νέα κούρσα αξιοποίησης των κρίσιμων ορυκτών πρώτων υλών στα Βαλκάνια, την ώρα που η Βόρεια Μακεδονία αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να χάσει πολύτιμο έδαφος σε έναν κλάδο που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη γεωοικονομική και τεχνολογική σημασία.
Αυτό ήταν το βασικό μήνυμα που διατυπώθηκε σε πρόσφατο επιστημονικό συνέδριο για τη μεταλλευτική δραστηριότητα, με τους εκπροσώπους του κλάδου να επισημαίνουν ότι οι γειτονικές χώρες έχουν ήδη κινητοποιήσει σημαντικά επενδυτικά κεφάλαια, ενώ η Βόρεια Μακεδονία εξακολουθεί να αναζητά μια συνεκτική στρατηγική για την αξιοποίηση του δικού της ορυκτού πλούτου.
«Χρειαζόμαστε έναν μεταλλευτικό τομέα που θα αποτελέσει εταίρο στο μέλλον της Ευρώπης», δήλωσε ο Γκόραν Σαραφίμοφ, πρόεδρος της Ένωσης Μεταλλειολόγων και Γεωλόγων Μηχανικών της Βόρειας Μακεδονίας.
Όπως υπογράμμισε, οι ραγδαίες τεχνολογικές αλλαγές, η ενεργειακή μετάβαση και η αυξανόμενη ζήτηση για ορυκτούς πόρους σημαίνουν ότι η μεταλλευτική δραστηριότητα δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται απλώς ως μια βιομηχανία εξόρυξης μεταλλευμάτων και μετάλλων.
«Η σύγχρονη μεταλλευτική δραστηριότητα είναι μια βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας, η οποία χρησιμοποιεί αυτοματισμούς, ψηφιοποίηση, τεχνητή νοημοσύνη, τηλεχειρισμό εξοπλισμού, drones για γεωλογικές έρευνες και προηγμένα συστήματα περιβαλλοντικής παρακολούθησης», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ελλάδα και Σερβία πρωταγωνιστούν στις νέες επενδύσεις
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις επενδύσεις που υλοποιούνται ή σχεδιάζονται στις γειτονικές χώρες, με την Ελλάδα να περιλαμβάνεται μεταξύ των κρατών που αναπτύσσουν στρατηγικά μεταλλευτικά έργα.
Σύμφωνα με τον Σαραφίμοφ, η Σερβία προωθεί επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ στην παραγωγή χαλκού και στις σύγχρονες μεταλλευτικές τεχνολογίες, ενώ η Ελλάδα αναπτύσσει στρατηγικά έργα που συνδέονται με τον χαλκό, το γάλλιο και άλλα κρίσιμα ορυκτά.
Οι συγκεκριμένες αναφορές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να διασφαλίσει την πρόσβασή της σε πρώτες ύλες που είναι απαραίτητες για την πράσινη μετάβαση, την ηλεκτροκίνηση και τις νέες τεχνολογίες.
Ο χαλκός, το λίθιο, το νικέλιο, το μαγγάνιο, το κοβάλτιο και οι σπάνιες γαίες εξελίσσονται σε βασικές πρώτες ύλες για την ανάπτυξη των νέων ενεργειακών και τεχνολογικών υποδομών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση καταβάλλει σημαντικές προσπάθειες για την εξασφάλιση αξιόπιστων προμηθειών κρίσιμων ορυκτών, ενώ τα Δυτικά Βαλκάνια αναγνωρίζονται ολοένα περισσότερο ως περιοχή στρατηγικής σημασίας για τις ευρωπαϊκές εφοδιαστικές αλυσίδες.
«Αυτό δείχνει ότι η μεταλλευτική δραστηριότητα βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρο της οικονομικής ανάπτυξης της περιοχής. Η Βόρεια Μακεδονία δεν πρέπει να παραμείνει στο περιθώριο αυτών των εξελίξεων», προειδοποίησε ο πρόεδρος της Ένωσης.
Ο ορυκτός πλούτος των Σκοπίων και η ανάγκη νέας στρατηγικής
Η Βόρεια Μακεδονία διαθέτει σημαντικούς ορυκτούς πόρους, μακρά μεταλλευτική παράδοση και εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Σαραφίμοφ, η αξιοποίηση αυτών των πλεονεκτημάτων προϋποθέτει στενότερη συνεργασία μεταξύ των κρατικών θεσμών, των πανεπιστημίων και της βιομηχανίας, καθώς και τη διαμόρφωση μιας σαφούς στρατηγικής για τη βιώσιμη ανάπτυξη του μεταλλευτικού τομέα.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η οικονομική ανάπτυξη και η προστασία του περιβάλλοντος δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αντικρουόμενοι στόχοι.
Αντίθετα, η σύγχρονη μεταλλευτική δραστηριότητα πρέπει να στηρίζεται στην υπεύθυνη διαχείριση των φυσικών πόρων, στην αποκατάσταση των εκτάσεων μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, στην αποτελεσματική χρήση του νερού και στην εφαρμογή των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών περιβαλλοντικής προστασίας.
Η κυβέρνηση υπόσχεται αυστηρότερους περιβαλλοντικούς ελέγχους
Από την πλευρά της κυβέρνησης της Βόρειας Μακεδονίας, η υφυπουργός Περιβάλλοντος Άνε Λασκόσκα τόνισε ότι η χώρα πρέπει να αναπτύξει πολιτικές που θα υποστηρίζουν την οικονομική πρόοδο, διασφαλίζοντας παράλληλα την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας.
«Η παρακολούθηση και οι επιθεωρήσεις είναι εξαιρετικά σημαντικές και έχουν ενισχυθεί το τελευταίο διάστημα. Αυτό που μπορώ να υποσχεθώ είναι ότι την επόμενη περίοδο θα γίνουν ακόμη συχνότερες και εντατικότερες», δήλωσε.
Η Λασκόσκα υπογράμμισε ότι οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων πρέπει να εξισορροπούν τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους.
«Όλοι κατανοούμε ότι ένα μεταλλευτικό έργο μπορεί να είναι σημαντικό για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Οι επενδύσεις έχουν σημασία, αλλά πρέπει επίσης να συμμορφώνονται με όλες τις υποχρεώσεις περιβαλλοντικής προστασίας», ανέφερε.
Κατά την ίδια, η μεταλλευτική δραστηριότητα μπορεί να συμβάλει στην οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη χωρίς αυτό να συνεπάγεται απαραίτητα επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιχειρήσεις εφαρμόζουν τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνολογίες.
Σερβία: Η παγκόσμια ζήτηση χαλκού δημιουργεί νέες προκλήσεις
Στο συνέδριο παρενέβη και ο Μίλε Μπούγκαριν, διευθυντής του Ινστιτούτου Μεταλλευτικής και Μεταλλουργίας του Μπορ στη Σερβία, ο οποίος υποστήριξε ότι η συζήτηση δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως δίλημμα μεταξύ μεταλλευτικής δραστηριότητας και περιβαλλοντικής προστασίας.
«Το μέλλον της μεταλλευτικής δραστηριότητας στη Σερβία και στην ευρύτερη περιοχή δεν αφορά την επιλογή του εάν θα συνεχιστεί η εξορυκτική παραγωγή, αλλά την επιλογή τεχνολογιών που αντιμετωπίζουν τις περιβαλλοντικές προκλήσεις», δήλωσε.
Ο ίδιος αναφέρθηκε στον αυξανόμενο παγκόσμιο ανταγωνισμό για την εξασφάλιση κρίσιμων πρώτων υλών, με ιδιαίτερη έμφαση στον χαλκό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2025 που παρουσίασε, η παγκόσμια παραγωγή χαλκού από συμπυκνώματα ανέρχεται σε περίπου 23 εκατομμύρια τόνους, ενώ οι αξιόπιστα διαθέσιμες ποσότητες πρώτης ύλης ανέρχονται σε περίπου 5 εκατομμύρια τόνους.
Μέχρι το 2050, όπως εκτίμησε, ο κόσμος θα χρειαστεί επιπλέον 20 εκατομμύρια τόνους χαλκού, καθώς επεκτείνεται ο εξηλεκτρισμός της οικονομίας.
Η συγκεκριμένη προοπτική, σύμφωνα με τον Μπούγκαριν, καθιστά αναγκαία τη συνέχιση και την ανάπτυξη της μεταλλευτικής παραγωγής, προκειμένου να καλυφθεί η μελλοντική ζήτηση.
Το μεγάλο κοίτασμα χαλκού Ilovica-Shtuka και οι 410.000 τόνοι
Η Στρατηγική Ορυκτών Πόρων της Βόρειας Μακεδονίας για την περίοδο 2026–2046, η οποία εκπονήθηκε από την Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών της χώρας (MANU), επιβεβαιώνει ότι η χώρα διαθέτει σημαντικό δυναμικό στον χαλκό, το οποίο ωστόσο παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο.
Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα είναι το προτεινόμενο μεταλλείο χαλκού Ilovica-Shtuka.
Η εισηγμένη στον Καναδά επενδυτική εταιρεία Euromax Resources έχει ανακοινώσει στο παρελθόν ότι οι γεωλογικές έρευνες εντόπισαν ορυκτούς πόρους συνολικού ύψους 237 εκατομμυρίων τόνων και αποθέματα μεταλλεύματος 225 εκατομμυρίων τόνων, τα οποία εκτιμάται ότι περιέχουν περίπου 410.000 τόνους χαλκού.
Με βάση τα αποτελέσματα των ερευνών της, η εταιρεία προβλέπει ποσοστό ανάκτησης χαλκού 84%.
Το σχεδιαζόμενο μεταλλείο προβλέπεται να έχει δυνατότητα επεξεργασίας 10 εκατομμυρίων τόνων μεταλλεύματος ετησίως, με τη μέση ετήσια παραγωγή χαλκού να εκτιμάται ότι θα ξεπερνά τους 10.000 τόνους.
Με βάση τα υπολογιζόμενα αποθέματα μεταλλεύματος, η διάρκεια λειτουργίας του έργου θα μπορούσε να φτάσει περίπου τα 23 χρόνια.
Η αξιοποίηση ενός τέτοιου κοιτάσματος θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά τη θέση της Βόρειας Μακεδονίας στον περιφερειακό μεταλλευτικό χάρτη, σε μια περίοδο κατά την οποία οι κρίσιμες πρώτες ύλες αποκτούν αυξανόμενη σημασία για τη βιομηχανική και ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.