Δεν είναι σαφές ποιος θα κερδίσει τον πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν. Στη μάχη, όμως, για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να έχει το προβάδισμα. Παρά τις αντίθετες δηλώσεις της Τεχεράνης, το πέρασμα είναι πλέον ουσιαστικά ανοιχτό. Οι εξαγωγές αργού των περιφερειακών συμμάχων των ΗΠΑ μέσω του Ορμούζ, μαζί με τις ποσότητες που διοχετεύονται από εναλλακτικές διαδρομές, έχουν ανακάμψει περίπου στο 80% των προπολεμικών επιπέδων. Την ίδια ώρα, οι ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου έχουν μηδενιστεί.
Πριν από λίγους μήνες, η αύξηση των φορτώσεων θα θεωρούνταν μεγάλη αμερικανική νίκη. Κι όμως, το Brent εξακολουθεί να κινείται πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Στον Λευκό Οίκο, το ερώτημα θα μπορούσε να είναι απλό: αν αυτή είναι η νίκη, πώς θα έμοιαζε η ήττα;
Η απάντηση βρίσκεται εν μέρει στην ψυχολογία των αγορών και στη σημασία που έχει αποκτήσει το όριο των 100 δολαρίων. Κάτω από αυτό, η εικόνα μπορεί να παρουσιαστεί ως επιτυχία του Τραμπ· πάνω από αυτό, ως ένδειξη αποτυχίας. Αυτή τη στιγμή, το Brent ξεπερνά τα 100 δολάρια μόνο στο συμβόλαιο Νοεμβρίου, το οποίο λήγει την Τετάρτη. Το συμβόλαιο Δεκεμβρίου, που από την Πέμπτη θα αποτελεί το βασικό σημείο αναφοράς, διαπραγματεύεται χαμηλότερα.
Η διαφορά ανάμεσα στα 99,99 και τα 100,01 δολάρια είναι οικονομικά μικρή, αλλά επικοινωνιακά τεράστια. Σε μια αγορά όπου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διαμορφώνουν την πολιτική αφήγηση, το τριψήφιο νούμερο γίνεται σημείο αναφοράς για την επιτυχία ή την αποτυχία. Και η αντίληψη αυτή μπορεί να επηρεάσει τις ίδιες τις συναλλαγές: όταν οι τιμές περνούν τα 100 δολάρια και οι αποδόσεις των ομολόγων ανεβαίνουν, επενδυτές μπορεί να αγοράσουν περισσότερα συμβόλαια πετρελαίου ως αντιστάθμιση έναντι του πληθωρισμού. Έτσι, ο φόβος για υψηλότερες τιμές μπορεί να συμβάλει στην επιβεβαίωσή του.
Υπάρχει, όμως, και ένας δεύτερος παράγοντας: η προσδοκία στρατιωτικής κλιμάκωσης. Πολλοί traders θεωρούν ότι, αν η Τεχεράνη βρίσκεται υπό πίεση και δεν μπορεί να κλείσει ξανά το Ορμούζ, ενδέχεται να στραφεί εναντίον των υποδομών που επιτρέπουν την εξαγωγή πετρελαίου. Οι επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια συνεχίζονται, αλλά δεν έχουν διακόψει τη διέλευση. Το επόμενο βήμα, κατά τη λογική αυτή, θα μπορούσε να είναι η στόχευση λιμανιών, αγωγών και, τελικά, πετρελαϊκών εγκαταστάσεων.
Το παράδοξο είναι ότι, όσο πιο αποτελεσματικά διασφαλίζουν οι ΗΠΑ τη λειτουργία του Ορμούζ, τόσο περισσότερο ενισχύεται ο φόβος ότι το Ιράν θα επιλέξει μια διαφορετική, πιο επικίνδυνη οδό κλιμάκωσης. Η επίθεση νωρίτερα αυτόν τον μήνα στον αγωγό East-West της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος επιτρέπει στη χώρα να παρακάμπτει τα Στενά, αντιμετωπίζεται από ορισμένους στην αγορά ως πρόβα για ευρύτερα πλήγματα στις ενεργειακές υποδομές.
Η Τεχεράνη βρίσκεται μπροστά σε δύο επιλογές: να χαμηλώσει τις απαιτήσεις της στις διαπραγματεύσεις ή να κλιμακώσει τις επιθέσεις με τρόπο που θα καταστήσει το Ορμούζ λιγότερο σημαντικό. Η αγορά πετρελαίου φαίνεται να προεξοφλεί το δεύτερο ενδεχόμενο. Ο χρόνος πιέζει, καθώς ο αμερικανικός οικονομικός αποκλεισμός επιδεινώνει καθημερινά την κατάσταση της ιρανικής οικονομίας.
Η αγορά είναι, άλλωστε, πιο ευάλωτη σε μια νέα διαταραχή απ’ ό,τι ήταν τον Μάρτιο. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους έχουν ήδη χρησιμοποιήσει σημαντικό μέρος των στρατηγικών αποθεμάτων τους, ενώ τα εμπορικά αποθέματα αργού και διυλισμένων προϊόντων έχουν μειωθεί. Παράλληλα, ο Τραμπ έχει δείξει ότι είναι διατεθειμένος να αντέξει μεγαλύτερο οικονομικό κόστος από όσο πολλοί —και ο ίδιος ο αρθρογράφος— ανέμεναν, προκειμένου να πιέσει την Ισλαμική Δημοκρατία.
Πριν από την έναρξη του πολέμου, στις 28 Φεβρουαρίου, οι χώρες του Περσικού Κόλπου, εξαιρουμένου του Ιράν, εξήγαν λίγο περισσότερα από 17 εκατομμύρια βαρέλια αργού ημερησίως. Αρχικά, η σχεδόν πλήρης διακοπή της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ ανάγκασε τις χώρες της περιοχής να στραφούν σε περιορισμένες παρακαμπτήριες διαδρομές και να μειώσουν τις αποστολές τους. Στο χαμηλότερο σημείο, στα μέσα Μαρτίου, οι εξαγωγές υποχώρησαν περίπου στο ένα τέταρτο των κανονικών επιπέδων, κάτω από τα 4,5 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα.
Οι ροές παρέμειναν χαμηλές για μήνες, άρχισαν να ανακάμπτουν τον Ιούνιο και ενισχύθηκαν περαιτέρω τον Ιούλιο, μετά την υπογραφή μνημονίου κατανόησης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, που έθεσε προσωρινά τέλος στον πόλεμο. Η συμφωνία κατέρρευσε σύντομα. Οι εξαγωγές, ωστόσο, διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα, καθώς οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις αύξησαν σταδιακά τον έλεγχό τους στην περιοχή, χρησιμοποιώντας πολεμικά πλοία, drones, μαχητικά αεροσκάφη και ελικόπτερα.
Το αμερικανικό ναυτικό απομάκρυνε αθόρυβα θαλάσσιες νάρκες και δημιούργησε έναν αμφίδρομο διάδρομο κοντά στις ακτές του Ομάν. Αρχικά, τα πλοία περνούσαν μόνο τη νύχτα. Τις τελευταίες ημέρες, όμως, τα κονβόι κινούνται και στο φως της ημέρας, ένδειξη της αυξανόμενης αυτοπεποίθησης του Πενταγώνου ότι μπορεί να ελέγξει το πέρασμα.
Οι «ταύροι» της αγοράς αμφισβητούσαν τις αναφορές για τις εξαγωγές, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική κυβέρνηση παρουσίαζε διογκωμένα στοιχεία. Τις τελευταίες εβδομάδες, όμως, οι περισσότεροι αποδέχονται πλέον ότι η κίνηση δεξαμενόπλοιων στο Ορμούζ είναι μεγάλη. Την περασμένη εβδομάδα, οι αποστολές αργού έφτασαν σε υψηλό έξι μηνών, στα 14 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, σύμφωνα με την εταιρεία ενεργειακών αναλύσεων Vortexa. Παρόμοιες εκτιμήσεις έχουν διατυπώσει και άλλοι παρακολουθούντες τη ναυτιλιακή κίνηση, traders και κυβερνητικοί αξιωματούχοι.
Οι ροές, ωστόσο, έχουν υψηλό κόστος. Χωρίς να συνυπολογίζονται οι στρατιωτικές δαπάνες, η ναύλωση ενός υπερδεξαμενόπλοιου κοστίζει κατά μέσο όρο 30 εκατομμύρια δολάρια ανά διέλευση, ποσό που αντιστοιχεί περίπου σε 15 δολάρια ανά βαρέλι. Για να είναι οικονομικά ελκυστική η μεταφορά, οι χώρες του Κόλπου αναγκάζονται να προσφέρουν το αργό τους με έκπτωση, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνει τα 20 έως 30 δολάρια κάτω από την τιμή της αγοράς. Το ερώτημα είναι για πόσο μπορεί να διατηρηθεί αυτό το μοντέλο.
Οι αυξημένες ροές αργού, εξάλλου, δεν λύνουν το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα της αγοράς ενέργειας: την έλλειψη διυλισμένων προϊόντων, κυρίως ντίζελ. Οι αποστολές βενζίνης, ντίζελ και καυσίμων αεροσκαφών παραμένουν περίπου στο 50% των κανονικών επιπέδων. Η μεταφορά τους είναι ακριβότερη από τη μεταφορά αργού, ενώ ορισμένα διυλιστήρια στον Περσικό Κόλπο, που επλήγησαν στις πρώτες ημέρες του πολέμου, δεν έχουν ακόμη επανέλθει πλήρως σε λειτουργία.
Έτσι εξηγείται γιατί η αγορά παραμένει σε στάση αναμονής. Αν το Ιράν επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, οι τιμές μπορεί να υποχωρήσουν σημαντικά. Αν επιλέξει να πλήξει ενεργειακές υποδομές, μπορεί να κινηθούν πολύ υψηλότερα. Όποια κι αν είναι η εξέλιξη, η σημερινή ισορροπία δεν μοιάζει βιώσιμη: οι εξαγωγές ανακάμπτουν, αλλά με δυσανάλογο κόστος, ενώ οι κίνδυνοι για τις υποδομές και οι ελλείψεις στα καύσιμα παραμένουν.
Αυτό είναι το τίμημα της νίκης στο Ορμούζ.