Ένα νέο κύμα επαναγορών ιδίων μετοχών βρίσκεται σε εξέλιξη στο Euronext Athens, με τις ενεργειακές, βιομηχανικές και κατασκευαστικές εταιρείες να επιστρέφουν ολοένα και μεγαλύτερα ποσά στους μετόχους μέσω της αγοράς των ίδιων τους των μετοχών.
Δεν πρόκειται πλέον για μεμονωμένες κινήσεις. Η Metlen συνεχίζει με σταθερό ρυθμό τις αγορές της, η ΔΕΗ αυξάνει το απόθεμα ιδίων μετοχών, η HelleniQ Energy συνεχίζει το δικό της πρόγραμμα, η Titan παραμένει ενεργή, ενώ ElvalHalcor και Aktor κινούνται στην ίδια κατεύθυνση. Παράλληλα, η Cenergy Holdings άνοιξε νέο πρόγραμμα έως 10 εκατ. ευρώ, με ορίζοντα 24 μηνών.
Το ενδιαφέρον είναι ότι οι επαναγορές έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία οι συγκεκριμένες εισηγμένες δεν αντιμετωπίζουν απλώς το buyback ως εργαλείο στήριξης της μετοχής, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής διαχείρισης κεφαλαίου: μαζί με τα μερίσματα, τις επενδύσεις, τις εξαγορές και τη μείωση του δανεισμού, η αγορά ιδίων μετοχών αποτελεί πλέον έναν ακόμη τρόπο με τον οποίο οι διοικήσεις αποφασίζουν πού θα κατευθυνθούν τα διαθέσιμα κεφάλαια.
Από τη Metlen μέχρι τη ΔΕΗ
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Metlen, η οποία την εβδομάδα 21-25 Σεπτεμβρίου αγόρασε 35.000 ίδιες μετοχές, συνολικής αξίας περίπου 1,68 εκατ. ευρώ, με μέση τιμή 47,96 ευρώ. Οι μετοχές διακρατούνται ως treasury shares και το συνολικό απόθεμα ιδίων μετοχών έχει πλέον ανέλθει σε 1.140.224. Η κίνηση εντάσσεται στο μεγάλο πρόγραμμα επαναγοράς της εταιρείας, ύψους έως 600 εκατ., το οποίο αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες σχετικές δεσμεύσεις μεταξύ των εισηγμένων της αγοράς.
Στη ΔΕΗ, το πρόγραμμα είναι επίσης σημαντικού μεγέθους. Μόνο στο διάστημα 17-23 Σεπτεμβρίου αποκτήθηκαν 271.700 ίδιες μετοχές, με τη συνολική θέση της εταιρείας να φθάνει πλέον τις 10,65 εκατ. μετοχές ή το 1,7835% του κεφαλαίου.
Στην HelleniQ Energy, οι αγορές της περιόδου 22-25 Σεπτεμβρίου ανήλθαν σε 46.500 μετοχές, με μέση τιμή περίπου €17,20. Η εταιρεία κατέχει πλέον 429.083 ίδιες μετοχές, ποσοστό 0,14% του κεφαλαίου.
Στην Titan, το πρόγραμμα συνεχίζεται επίσης με εβδομαδιαίες αγορές. Μόνο στο διάστημα 21-25 Σεπτεμβρίου αποκτήθηκαν 11.933 μετοχές σε Euronext Brussels και Euronext Athens, ανεβάζοντας τις άμεσα ή έμμεσα κατεχόμενες ίδιες μετοχές στις 3.664.625, δηλαδή στο 4,68% των δικαιωμάτων ψήφου.
Στον όμιλο Aktor, η αγορά ιδίων μετοχών έχει περάσει πλέον από τη φάση της απόφασης στην πράξη, με 410.000 μετοχές αξίας περίπου 4,15 εκατ. ευρώ να έχουν αποκτηθεί στο διάστημα 15-22 Σεπτεμβρίου.
Και το επόμενο όνομα που προστίθεται στη λίστα είναι η Cenergy Holdings. Η εταιρεία ενέκρινε πρόγραμμα επαναγοράς έως 435.000 μετοχών, συνολικού ύψους έως €10 εκατ., το οποίο μπορεί να υλοποιηθεί μέσα στους επόμενους 24 μήνες. Το πρόγραμμα θα εκτελείται μέσω ανεξάρτητου χρηματοπιστωτικού διαμεσολαβητή, με τον χρόνο των αγορών να εξαρτάται από τις συνθήκες της αγοράς.
Στην ElvalHalcor, τέλος, οι αγορές συνεχίζονται επίσης, με 97.196 ίδιες μετοχές να έχουν αποκτηθεί στο διάστημα 7-11 Σεπτεμβρίου και το συνολικό απόθεμα να ανέρχεται σε 1.255.132 μετοχές, ή 0,2887% του κεφαλαίου. Με άλλα λόγια, μέσα σε λίγες εβδομάδες, ένα σημαντικό τμήμα του ενεργειακού και βιομηχανικού ταμπλό έχει ενεργά προγράμματα επαναγοράς ή βρίσκεται σε διαδικασία υλοποίησής τους.
Γιατί οι εταιρείες αγοράζουν τις μετοχές τους
Το πρώτο και προφανές όφελος είναι η επιστροφή κεφαλαίου στους μετόχους, χωρίς να απαιτείται η κλασική μορφή του μερίσματος. Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά. Όταν μια εταιρεία αγοράζει ίδιες μετοχές και στη συνέχεια τις ακυρώνει, μειώνεται ο αριθμός των μετοχών που αντιστοιχούν στο μετοχικό κεφάλαιο. Έτσι, εφόσον τα κέρδη παραμένουν στα ίδια επίπεδα, το κέρδος ανά μετοχή (EPS) αυξάνεται.
Ακόμη και όταν οι μετοχές παραμένουν ως treasury shares, υπάρχει μεγαλύτερη ευελιξία ως προς τη μελλοντική αξιοποίησή τους. Μπορούν να ακυρωθούν, να χρησιμοποιηθούν σε προγράμματα αμοιβών στελεχών ή να αξιοποιηθούν σε εταιρικές πράξεις, ανάλογα με τις αποφάσεις της εταιρείας. Ταυτόχρονα, ένα buyback μπορεί να λειτουργήσει ως μήνυμα της διοίκησης προς την αγορά ότι, με βάση τα δικά της δεδομένα, θεωρεί τη μετοχή επαρκώς ελκυστική ώστε να διαθέσει πραγματικά κεφάλαια για την αγορά της. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε επαναγορά δημιουργεί αυτομάτως αξία.
Το κρίσιμο είναι η τιμή στην οποία γίνεται η αγορά
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης. Η αγορά ιδίων μετοχών έχει οικονομική λογική όταν η εταιρεία διαθέτει πλεονάζουσα ρευστότητα και μπορεί να αγοράζει μετοχές σε αποτίμηση που θεωρεί ελκυστική σε σχέση με την αξία της επιχείρησης.
Αντίθετα, εάν μια εταιρεία χρησιμοποιεί σημαντικά ποσά για να αγοράζει τις μετοχές της σε ιδιαίτερα υψηλές αποτιμήσεις, το όφελος για τους εναπομείναντες μετόχους μπορεί να είναι πολύ μικρότερο. Σε ακραίες περιπτώσεις, η εταιρεία μπορεί να καταλήξει να χρησιμοποιεί κεφάλαια που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε επενδύσεις, εξαγορές, απομόχλευση ή ακόμη και υψηλότερες διανομές.
Γι' αυτό και η αγορά δεν κοιτάζει μόνο το ύψος ενός προγράμματος. Κοιτάζει το πότε, το πόσο και κυρίως το σε ποια τιμή αγοράζει η εταιρεία. Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στο σημερινό Χρηματιστήριο, όπου αρκετές από τις ενεργειακές και βιομηχανικές μετοχές έχουν ήδη καταγράψει ισχυρή άνοδο και οι αποτιμήσεις έχουν απομακρυνθεί από τα επίπεδα των προηγούμενων ετών.
Δεν είναι μόνο ελληνική υπόθεση
Η πρακτική των buybacks έχει εξελιχθεί διεθνώς σε βασικό εργαλείο επιστροφής κεφαλαίου. Στην Ευρώπη, σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε η Morningstar, οι εισηγμένες εταιρείες πραγματοποίησαν επαναγορές περίπου 182 δισ. ευρώ το 2025, ποσό υπερδιπλάσιο σε σχέση με μία δεκαετία νωρίτερα. Παράλληλα, περίπου 44% των ευρωπαϊκών εισηγμένων προχώρησαν σε κάποια μορφή επαναγοράς το 2025.
Στις ΗΠΑ η κλίμακα είναι πολλαπλάσια. Οι επαναγορές των εταιρειών του S&P 500 έφθασαν τα 1,02 τρισ. δολάρια στο δωδεκάμηνο έως τον Σεπτέμβριο του 2025, ξεπερνώντας για δεύτερη φορά το όριο του 1 τρισ. δολάρια.
Και το 2026 η τάση παραμένει ορατή. Μόλις αυτή την εβδομάδα, η Nvidia ανακοίνωσε αύξηση του προγράμματος επαναγοράς κατά 150 δισ. δολάρια, ανεβάζοντας τη συνολική διαθέσιμη δυνατότητα επαναγορών στα 235 δισ. μέχρι το 2028.
Στον ενεργειακό κλάδο, η πρακτική είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική, καθώς οι μεγάλες εταιρείες χρησιμοποιούν μέρος των ισχυρών ταμειακών ροών τους για συνδυασμό μερισμάτων και buybacks. Η TotalEnergies, για παράδειγμα, αύξησε μόλις τώρα τον στόχο των επαναγορών της για το δ' τρίμηνο του 2026 στα 2,5 δισ. δολάρια.
Η διαφορά με την ελληνική αγορά είναι φυσικά η κλίμακα. Η λογική όμως είναι η ίδια. Όταν οι λειτουργικές ταμειακές ροές είναι ισχυρές και οι επενδυτικές ανάγκες μπορούν να καλυφθούν, οι διοικήσεις αναζητούν τρόπους να επιστρέψουν μέρος του κεφαλαίου στους μετόχους.
Δύο διαφορετικές «φιλοσοφίες» πίσω από το ίδιο εργαλείο
Στην πράξη, πάντως, δεν είναι όλα τα buybacks ίδια. Υπάρχουν προγράμματα που έχουν ως βασικό στόχο τη μόνιμη μείωση του αριθμού των μετοχών. Σε αυτή την περίπτωση, οι μετοχές που αγοράζονται ακυρώνονται και η επίδραση στο EPS και στα ποσοστά συμμετοχής των υπολοίπων μετόχων είναι πιο μόνιμη.
Υπάρχουν και προγράμματα στα οποία οι μετοχές παραμένουν ως treasury shares. Εκεί η εταιρεία αποκτά ένα «απόθεμα» μετοχών που μπορεί να χρησιμοποιήσει αργότερα. Αυτό ακριβώς κάνει τη σύγκριση των προγραμμάτων περισσότερο σύνθετη. Το ίδιο ποσό αγοράς μπορεί να έχει διαφορετική οικονομική επίδραση ανάλογα με το αν οι μετοχές θα ακυρωθούν ή θα παραμείνουν στο ταμείο της εταιρείας.
Η ίδια η Euronext αποτελεί χαρακτηριστικό ευρωπαϊκό παράδειγμα. Το πρόγραμμα των 250 εκατ. ευρώ που ολοκλήρωσε στις αρχές του 2026 αφορούσε περίπου 1,9% του κεφαλαίου και οι μετοχές προορίζονταν για ακύρωση.
Το «φρένο» της επαναγοράς: επενδύσεις και ισολογισμός
Για τις ενεργειακές και βιομηχανικές επιχειρήσεις το ερώτημα είναι ακόμη πιο κρίσιμο, καθώς πρόκειται για κλάδους με μεγάλες κεφαλαιακές ανάγκες. Μια εταιρεία που έχει μπροστά της επενδύσεις σε παραγωγικές μονάδες, δίκτυα, ΑΠΕ, data centers, μέταλλα, υποδομές ή νέες εξαγορές πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα σε τρεις ανάγκες. Να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξή της, να διατηρήσει έναν υγιή ισολογισμό και να επιστρέψει κεφάλαιο στους μετόχους.
Το buyback γίνεται επομένως πιο ουσιαστικό όταν έρχεται μετά την κάλυψη των επενδυτικών αναγκών και χωρίς να επιβαρύνει υπερβολικά τον δανεισμό. Από την άλλη πλευρά, η αγορά ιδίων μετοχών μπορεί να βελτιώσει μηχανικά ορισμένους δείκτες ανά μετοχή. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους οι επαναγορές πρέπει να εξετάζονται μαζί με την οργανική κερδοφορία και τις ταμειακές ροές και όχι απομονωμένα.
Η ΕΚΤ, σε ανάλυσή της για τις επαναγορές στον τραπεζικό κλάδο, επισημαίνει ακριβώς αυτή τη διπλή διάσταση, σημειώνοντας πως τα buybacks μπορούν να αυξήσουν μηχανικά την απόδοση ιδίων κεφαλαίων και να αποτελούν ένδειξη εμπιστοσύνης, αλλά ταυτόχρονα μειώνουν τα διαθέσιμα ίδια κεφάλαια.
Και το Euronext Athens αλλάζει επίπεδο
Η συγκέντρωση τέτοιων προγραμμάτων έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την ίδια την αγορά. Με την είσοδο του Euronext Athens στο ευρύτερο ευρωπαϊκό οικοσύστημα, οι πρακτικές κεφαλαιακής διαχείρισης των ελληνικών εισηγμένων αποκτούν ολοένα περισσότερο ευρωπαϊκό χαρακτήρα. Η ίδια η Euronext εφαρμόζει εδώ και χρόνια μεγάλα προγράμματα επαναγοράς, με ανεξάρτητους χρηματοπιστωτικούς διαμεσολαβητές και σαφώς καθορισμένους κανόνες.
Ταυτόχρονα, το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο θέτει συγκεκριμένους όρους ως προς τον χρόνο, τον όγκο, την τιμή και τη δημοσιοποίηση των συναλλαγών, ώστε τα προγράμματα να εντάσσονται στο προβλεπόμενο καθεστώς ασφαλούς λιμένα έναντι των κανόνων περί χειραγώγησης της αγοράς.
Έτσι, το αυξανόμενο ενδιαφέρον των ελληνικών εισηγμένων για τις επαναγορές δεν είναι απλώς ένα ακόμη χρηματιστηριακό trend. Είναι μέρος μιας ευρύτερης αλλαγής στον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις διαχειρίζονται τα κεφάλαιά τους.
Και για την αγορά, το ενδιαφέρον πλέον δεν βρίσκεται μόνο στο πόσα εκατομμύρια θα διαθέσει κάθε εταιρεία. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποια εταιρεία έχει τη μεγαλύτερη δυνατότητα να αγοράζει μετοχές χωρίς να θυσιάζει την ανάπτυξή της και ποια μπορεί να μετατρέψει την επαναγορά από μια απλή χρηματιστηριακή κίνηση σε πραγματική αύξηση της αξίας ανά μετοχή.