Η Ευρώπη εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλές και ιδιαίτερα ασταθείς τιμές ενέργειας, τόνισε στην άτυπη σύνοδο των υπουργών Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Δουβλίνο.ο επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν προτάσσοντας ωστόσο την προώθηση στοχευμένων μέτρων για τη διαχείρισή της,
Όπως ανέφερε, η γεωπολιτική κατάσταση παραμένει εξαιρετικά ταραχώδης, ενώ η περιορισμένη πρόοδος γύρω από τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθεί να επιβαρύνει το περιβάλλον στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Ο κ. Γιόργκενσεν υποστήριξε ότι από την έναρξη του πολέμου η ΕΕ έχει καταβάλει περισσότερα από 100 δισ. ευρώ επιπλέον για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, χωρίς αντίστοιχη αύξηση των ποσοτήτων ενέργειας, χρησιμοποιώντας το στοιχείο αυτό ως ένδειξη της έκθεσης της Ευρώπης στις διεθνείς αγορές ορυκτών καυσίμων.
Σε ό,τι αφορά την ενεργειακή επάρκεια ενόψει του χειμώνα, ο επίτροπος ανέφερε ότι δεν διαβλέπεται άμεσος κίνδυνος για τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης. Την ίδια ώρα, όμως, σημείωσε ότι οι υψηλές τιμές εξακολουθούν να επιβαρύνουν νοικοκυριά, εργαζομένους και επιχειρήσεις.
«Αυτό το επίπεδο τιμών δεν πρέπει να καταστεί η νέα κανονικότητα», ανέφερε, χαρακτηρίζοντας την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών ενέργειας ύψιστη προτεραιότητα για τα κράτη-μέλη και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Διπλή στρατηγική: καθαρή μετάβαση και ευελιξία
Ο Ευρωπαίος επίτροπος περιέγραψε τη στρατηγική της ΕΕ ως «διττή»: από τη μία πλευρά, επιτάχυνση της καθαρής ενεργειακής μετάβασης και των διαρθρωτικών αλλαγών και, από την άλλη, μεγαλύτερη ευελιξία και ρεαλισμός κατά τη μεταβατική περίοδο.
Για την προετοιμασία ενόψει του χειμώνα, ο κ. Γιόργκενσεν αναφέρθηκε στην ευελιξία που παρέχουν οι κανόνες για την αποθήκευση φυσικού αερίου, εκτιμώντας ότι η μείωση των στόχων πλήρωσης στο 80% μπορεί να συμβάλει στη μείωση της άμεσης πίεσης στις τιμές και στο κόστος αναπλήρωσης των αποθεμάτων.
Παράλληλα, τάχθηκε υπέρ προσωρινών και στοχευμένων μέτρων ανακούφισης για τα τμήματα της κοινωνίας και της οικονομίας που πλήττονται περισσότερο, επισημαίνοντας ότι οι δημοσιονομικοί πόροι είναι περιορισμένοι.
Στο επίκεντρο και η φορολογία στα καύσιμα
Σε ερώτηση για τους φόρους επί των απροσδόκητων κερδών (windfall taxes), ο επίτροπος σημείωσε ότι η φορολογία αποτελεί αρμοδιότητα των κρατών-μελών και παρέπεμψε στο αρμόδιο υπουργείο Οικονομικών.
Σε ό,τι αφορά την ευελιξία στη φορολογία των καυσίμων μεταφορών, αναφέρθηκε στη μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης ως ένα από τα μέτρα που έχουν εφαρμοστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αντιμετώπιση των πιέσεων.
Το ΥΠΕΝ
Την ανάγκη ουσιαστικής αναπροσαρμογής της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την ενεργειακή ασφάλεια ανέδειξε ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος, κατά την παρέμβασή του στην άτυπη σύνοδο των υπουργών Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Δουβλίνο.
Όπως επισημαίνει σε ανάρτησή του στο LinkedIn, η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ενεργειακής ασφάλειας έχει σχεδιαστεί για μια διαφορετική εποχή, όταν η ενέργεια ήταν σχετικά φθηνή και οι διαταραχές στον εφοδιασμό σπάνιες. Με τα σημερινά δεδομένα, σύμφωνα με τον κ. Τσάφο, απαιτείται επανεξέταση των εργαλείων και των πολιτικών της ΕΕ, ώστε να ανταποκρίνονται στις νέες συνθήκες.
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκαν η ανάγκη για περισσότερα δεδομένα και αναλύσεις, η διενέργεια stress tests σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο και ηλεκτρική ενέργεια, αλλά και οι αντιφάσεις που μπορεί να δημιουργούνται μεταξύ των στόχων της ενεργειακής μετάβασης και της ενεργειακής ασφάλειας.
«Χρειαζόμαστε περισσότερα δεδομένα, ανάλυση και stress tests»
Ο υφυπουργός Ενέργειας υπογράμμισε ότι ο ενεργειακός μετασχηματισμός αποτελεί μακροπρόθεσμη διαδικασία και ότι η Ευρώπη θα πρέπει να είναι καλύτερα προετοιμασμένη για τις δυσκολίες της μεταβατικής περιόδου.
«Καταρχάς, χρειαζόμαστε περισσότερα δεδομένα, περισσότερη ανάλυση και περισσότερες δοκιμές αντοχής (stress tests) – στο πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και την ηλεκτρική ενέργεια – ώστε να χαρτογραφήσουμε τους κινδύνους και να σχεδιάσουμε σωστά τις κατάλληλες πολιτικές απαντήσεις», σημειώνει.
Παράλληλα, θέτει στο τραπέζι το ζήτημα της διυλιστικής ικανότητας της Ευρώπης. Όπως αναφέρει, τις τελευταίες δύο δεκαετίες η ΕΕ έχει χάσει περίπου το 15% της δυναμικότητας διύλισης, την ώρα που εμφανίζει ελλείμματα σε προϊόντα όπως το ντίζελ και τα αεροπορικά καύσιμα.
Κατά τον ίδιο, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία υπό το σημερινό καθεστώς τιμολόγησης των εκπομπών CO₂, καθώς, εάν τα διυλιστήρια ήταν πλήρως εκτεθειμένα στις σημερινές τιμές άνθρακα, η ανταγωνιστικότητά τους θα δεχόταν σημαντικές πιέσεις.
Το φυσικό αέριο και τα αποθέματα
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Τσάφος και στην πολιτική αποθήκευσης φυσικού αερίου. Όπως επισημαίνει, η Ευρώπη έχει θέσει συγκεκριμένο στόχο πλήρωσης των αποθηκών, χωρίς να είναι δεδομένο ότι ο στόχος αυτός εξακολουθεί να είναι αναγκαίος υπό τις σημερινές συνθήκες.
Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη μεγαλύτερης ευελιξίας, ώστε οι αποφάσεις για την αναπλήρωση των αποθεμάτων να μπορούν να προσαρμόζονται στα μηνύματα που εκπέμπουν οι τιμές της αγοράς.
Ο υφυπουργός αναφέρθηκε επίσης στις επενδύσεις σε υποδομές φυσικού αερίου και στη δυσκολία σύναψης μακροπρόθεσμων συμβάσεων προμήθειας, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη καλείται να ισορροπήσει μεταξύ της συνεργασίας με αξιόπιστους προμηθευτές και της σταδιακής ενεργειακής μετάβασης.
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης θα ενισχυθεί καθώς επενδύουμε στους πόρους που διαθέτουμε. Δεν υπάρχει, όμως, επίσης αμφιβολία ότι οι προκλήσεις που θα αντιμετωπίσουμε στην πορεία είναι πολύ μεγαλύτερες – και πολύ πιο σύνθετες – από όσο ίσως είχαμε αρχικά εκτιμήσει», σημειώνει. Και κατέληξε: «Γι’ αυτό, οι θεσμοί και οι πολιτικές μας πρέπει να προσαρμοστούν, ώστε να μας βοηθήσουν να ανταποκριθούμε αποτελεσματικά στις συνθήκες του κόσμου στον οποίο ζούμε σήμερα».
Τσάφος: «Οι τελευταίοι έξι μήνες έχουν ασκήσει μεγάλη πίεση»
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι δηλώσεις του Νίκου Τσάφου κατά την προσέλευσή του στη σύνοδο.«Συναντιόμαστε σε μια κρίσιμη συγκυρία για το ενεργειακό σύστημα της Ευρώπης. Οι τελευταίοι έξι μήνες έχουν ασκήσει πραγματικά μεγάλη πίεση στο ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι οι τιμές της βενζίνης, του ντίζελ, του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας «στέλνουν σαφή μηνύματα έντονης πίεσης».
Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη για περισσότερη συλλογική ευρωπαϊκή δράση, σημειώνοντας ότι τα κράτη-μέλη λαμβάνουν μεμονωμένα μέτρα για να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ και να στηρίξουν πολίτες και επιχειρήσεις.