Το ενδιαφέρον μεγάλων ενεργειακών και χημικών ομίλων έχει προσελκύσει η δραστηριότητα της Shell στον κλάδο των χημικών στις ΗΠΑ, καθώς η βρετανική εταιρεία εξετάζει την πώληση περιουσιακών στοιχείων που θα μπορούσαν να αποφέρουν έως και 8 δισ. δολάρια, σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times.
Μεταξύ των υποψήφιων αγοραστών φέρονται να βρίσκονται η ExxonMobil και η LyondellBasell, ενώ ενδιαφέρον έχουν εκδηλώσει επίσης η εταιρεία ιδιωτικών επενδύσεων Apollo Global Management και ο κλάδος χημικών της κρατικής Kuwait Petroleum Corporation.
Σύμφωνα με πηγές που επικαλούνται οι Financial Times, οι ενδιαφερόμενοι υπέβαλαν τον περασμένο μήνα μη δεσμευτικές προσφορές. Οι προτάσεις αφορούν τόσο την εξαγορά του συνόλου της δραστηριότητας όσο και την απόκτηση επιμέρους εγκαταστάσεων.
Η χημική δραστηριότητα της Shell στις ΗΠΑ περιλαμβάνει τέσσερις εγκαταστάσεις στη Λουιζιάνα, το Τέξας και την Πενσιλβάνια. Οι μονάδες παράγουν χημικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται μεταξύ άλλων στην κατασκευή πλαστικών, απορρυπαντικών και φαρμακευτικών προϊόντων.
Το τίμημα των έως 8 δισ. δολαρίων θα ήταν σημαντικά χαμηλότερο από τα κεφάλαια που έχει επενδύσει η Shell στις συγκεκριμένες εγκαταστάσεις, σύμφωνα με το δημοσίευμα. Η εταιρεία επιχειρεί τα τελευταία χρόνια να απομακρυνθεί από δραστηριότητες που εμφανίζουν χαμηλές αποδόσεις και να επικεντρώσει τις επενδύσεις της σε τομείς με υψηλότερες αποδόσεις.
Η Shell και οι ExxonMobil, LyondellBasell, Apollo και Kuwait Petroleum δεν σχολίασαν άμεσα τις πληροφορίες των Financial Times όταν το Reuters ζήτησε σχετική τοποθέτηση.
Περιορίζει τις επενδύσεις στις ΑΠΕ
Η πιθανή πώληση των χημικών δραστηριοτήτων εντάσσεται στη γενικότερη στρατηγική αναδιάρθρωσης της Shell. Νωρίτερα τον Αύγουστο, η εταιρεία συμφώνησε να πουλήσει στην TotalEnergies τη δραστηριότητά της στις χερσαίες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην Ευρώπη.
Ο βρετανικός ενεργειακός όμιλος περιορίζει σταδιακά τις επενδύσεις του σε δραστηριότητες χαμηλών εκπομπών άνθρακα, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και στις δραστηριότητες εμπορίας και διακίνησης ενέργειας.
Πηγή: Reuters