Μενού Ροή
Η ΕΕ καταναλώνει 25% των παγκόσμιων κρίσιμων μετάλλων, αλλά παράγει μόνο το 3%!

Η πρόσφατη (https://www.eca.europa.eu/en/publications/SR-2026-04) του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου με τίτλο «Critical Raw Materials for the Energy Transition» αποτυπώνει με σαφήνεια μια δυσάρεστη πραγματικότητα: η Ευρωπαϊκή Ένωση απέχει σημαντικά από τον στόχο της στρατηγικής αυτονομίας στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών. Και το πρόβλημα δεν είναι διακηρυκτικό. Είναι δομικό.

Σύμφωνα με την έκθεση, τα εμπόδια που βάζει η ΕΕ στην εξορυκτική βιομηχανία δεν είναι απλά κρίσιμα, αλλά κινδυνεύει -εάν δεν κάνει τις απαραίτητες ενέργειες σύντομα- να είναι και ανυπέρβλητα. Παρά τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες (CRMA), η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε εξαιρετικά υψηλό βαθμό από τρίτες χώρες για την προμήθεια στρατηγικών μετάλλων, με την Κίνα να κατέχει κυρίαρχη θέση σε ορισμένες κρίσιμες αλυσίδες αξίας. Η φιλοδοξία υπάρχει. Η επιχειρησιακή δυνατότητα, όμως, παραμένει περιορισμένη. Οι αριθμοί μιλούν: Η ΕΕ καταναλώνει 25% των παγκόσμιων κρίσιμων μετάλλων, αλλά παράγει μόνο το 3% εξ αυτών.

Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός θέτει μη δεσμευτικούς στόχους: 10% της ετήσιας κατανάλωσης στρατηγικών πρώτων υλών να προέρχεται από εγχώρια εξόρυξη, 40% από εγχώρια επεξεργασία και 15% από ανακύκλωση. Πρόκειται για έναν σημαντικό πολιτικό προσανατολισμό. Όμως, χωρίς δεσμευτικότητα, χωρίς σαφή χρηματοδοτικά εργαλεία και χωρίς δραστική επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης, οι στόχοι αυτοί κινδυνεύουν να παραμείνουν περισσότερο σημείο αναφοράς παρά μετρήσιμο αποτέλεσμα.

Η αδειοδότηση ως συστημικό ρίσκο

Σταθερή τροχοπέδη αποτελεί, παραδοσιακά σχεδόν, η γραφειοκρατία. Σήμερα, ένα νέο μεταλλευτικό έργο στην Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να χρειαστεί 15 έως 20 χρόνια για να φτάσει σε λειτουργία. Οι καθυστερήσεις αυτές συνδέονται με πολυεπίπεδες διαδικασίες αδειοδότησης, αλληλεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες, δικαστικές εμπλοκές και την εύλογη -αλλά χρονοβόρα- διαδικασία εξασφάλισης κοινωνικής αποδοχής.

Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες μετατρέπεται σε γεωπολιτικό εργαλείο, οι χρόνοι αυτοί συνιστούν ανταγωνιστικό μειονέκτημα. Η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί σε μια παράδοξη θέση: να επιδιώκει στρατηγική αυτονομία, αλλά να λειτουργεί με διαδικασίες που αποθαρρύνουν τις επενδύσεις που θα την καθιστούσαν εφικτή.

Οι χρηματοδοτικές προκλήσεις

Εξίσου κρίσιμο είναι το χρηματοδοτικό σκέλος. Παρά τις δεσμεύσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εντάξει την εξόρυξη και την επεξεργασία κρίσιμων πρώτων υλών στο πλαίσιο της βιώσιμης χρηματοδότησης, η σχετική πρόοδος παραμένει περιορισμένη. Για να διευκολυνθούν οι επενδύσεις, η Επιτροπή δεσμεύτηκε να συμπεριλάβει κριτήρια βιώσιμης χρηματοδότησης για την εξόρυξη και επεξεργασία στην ταξινομία της ΕΕ μέχρι το τέλος του… 2021, αλλά πέντε χρόνια μετά δεν έχει θέσει στο τραπέζι καμία απτή πρόταση, καταδεικνύοντας και το ύψος των δυσκολιών που πρέπει να υπερπηδήσει το μπλοκ αν θέλει να κερδίσει την αυτονομία του.

Το μήνυμα που εκπέμπεται προς τις αγορές είναι αντιφατικό: η Ευρώπη αναγνωρίζει τη στρατηγική σημασία των ορυκτών πόρων, αλλά δεν έχει ακόμη διαμορφώσει ένα συνεκτικό πλαίσιο που να καθιστά τις σχετικές επενδύσεις προβλέψιμες και ελκυστικές.

Και ενώ τα νέα στρατηγικά έργα που εισήγαγε η Ευρωπαϊκή Πράξη για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες θα μπορούσαν δυνητικά να βελτιώσουν την εγχώρια εξόρυξη, επεξεργασία και ανακύκλωση κρίσιμων μετάλλων στην ΕΕ, ο Κανονισμός δεν προβλέπει καμία χρηματοδότηση από την ΕΕ για αυτά.

Και γιατί γίνεται λόγος για «στρατηγικά» έργα; Διότι τέτοια έργα έχουν την δυναμική να αυξήσουν ραγδαία τα εγχώρια επίπεδα εξορυκτικής δραστηριότητας, με απλοποιημένες διαδικασίες αδειοδότησης, πολιτική στήριξη και -θεωρητικά τουλάχιστον- διευκολυμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το εύρημα της έκθεσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με το οποίο το 60% των ήδη επιλεγμένων στρατηγικών έργων έχουν κάνει αίτηση για χρηματοδότηση μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ). 

Ο ρόλος της Ελλάδας

Σε αυτό το πλαίσιο της ευρωπαϊκής αδράνειας, στην Ελλάδα μπορούμε να αντιπαραβάλλουμε αρκετά δεδομένα σύμφωνα με τα οποία η χώρα αναδεικνύεται σε ισχυρό παίκτη, αποδεικνύοντας ότι η υλοποίηση μεγάλων εξορυκτικών επενδύσεων στην Ευρώπη δεν είναι ανέφικτη.

Έτσι, με βάση στελέχη της αγοράς, η περίπτωση των Μεταλλείων Κασσάνδρας στη Χαλκιδική -επένδυση που υλοποιείται από την εταιρεία Ελληνικός Χρυσός- αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα σύνθετου έργου που είναι πλήρως χρηματοδοτημένο, επενδυτικά βιώσιμο, και εισέρχεται σε εμπορική παραγωγή στα μέσα του 2026. Ανάλογες είναι και περιπτώσεις άλλων εταιρειών, όπως η Metlen που επενδύει σε άλλες κρίσιμες πρώτες ύλες όπως το Γάλλιο.

Έτσι, το πρώτο τυποποιημένο πακέτο των 500 γραμμαρίων γαλλίου είναι έτοιμη να διαθέσει σε υποψήφιους αγοραστές η Metlen. Σύμφωνα με τον Ευάγγελο Μυτιληναίο, Executive Chairman at METLEN Energy and Metals, «το εμβληματικό έργο γαλλίου, το οποίο βάζει την Ελλάδα και την Ευρώπη στον χάρτη του παγκόσμιου φάσματος Κρίσιμων Πρώτων Υλών, προχωρά με πλήρη ταχύτητα και μπροστά από το χρονοδιάγραμμα!».

Και όπως τόνισε σε σχετική ανάρτησή του στα κοινωνικά δίκτυα, «την περασμένη εβδομάδα, στην τριήμερη μηνιαία συνεδρία μας στις κεντρικές βιομηχανικές μας εγκαταστάσεις στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας, η οποία συγκεντρώνει όλους τους Επικεφαλής των Επιχειρηματικών Τομέων και την ανώτατη διοίκηση όλων των τομέων Ενέργειας & Μεταλλουργίας, χαρήκαμε όλοι που είδαμε το πρώτο τυποποιημένο πακέτο των 500 γραμμαρίων Γαλλίου».  Η ΜETLEN αναμένεται να προχωρήσει στην παράδοση αυτών των συσκευασιών σε ενδιαφερόμενους αγοραστές στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ιαπωνία για δοκιμές και δοκιμές πρόκειται να ξεκινήσει σύντομα! Και απευθυνόμενος στην αγορά ο κ. Μυτιληναίος σημείωσε πως «θα ενημερώνω προσωπικά όλους τους φίλους μας για αυτό το συναρπαστικό νέο επαγγελματικό ταξίδι».

Nα σημειωθεί ότι η METLEN προχωρά σε στρατηγική επένδυση ύψους 295,5 εκατ. ευρώ στον Άγιο Νικόλαο Βοιωτίας, επεκτείνοντας τη βιομηχανική μονάδα παραγωγής αλουμίνας και ενσωματώνοντας για πρώτη φορά στην παραγωγή της το γάλλιο.  Η ολοκλήρωση των έργων και η έναρξη παραγωγής τοποθετείται για μεν τον βωξίτη το 2026, για την αλουμίνα και το Γάλλιο σταδιακά από το 2027, με πλήρη λειτουργία το 2028.  Πρόκειται για πανευρωπαϊκή πρωτιά για τη METLEN αλλά και την Ελλάδα η ανάπτυξη της πρώτης ευρωπαϊκής μονάδας παραγωγής γαλλίου στη Βοιωτία.  Για την υλοποίηση αυτής της επένδυσης προχώρησε η χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων ύψους 90 εκατ. ευρώ προς τη METLEN, γεγονός που  σηματοδοτεί ένα σημαντικό βήμα για την ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών

Να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την τελευταία Έκθεση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σχετικά με την Μεταλλευτική και Λατομική Δραστηριότητα, η συνολική αξία των εξαγωγών μεταλλευμάτων της χώρας ανήλθε το 2024 σε 764 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά 12% σε σχέση με το 2023. Η παραγωγική, δε,  θέση της χώρας σε παγκόσμια και ευρωπαϊκή κλίμακα κατά το έτος 2023, διατηρείται κορυφαία στην κατηγορία των βιομηχανικών ορυκτών Περλίτη και Μπεντονίτη, και στα προϊόντα Βωξίτη. Η παγκόσμια κατάταξη στις ροές μεταλλευμάτων Σφαλερίτη, Γαληνίτη και Αρσενοπυρίτη, παραμένει αμετάβλητη.

Το κρίσιμο συμπέρασμα δεν αφορά μία εταιρεία ή ένα μεμονωμένο έργο. Αφορά το γεγονός ότι η Ευρώπη διαθέτει τεχνογνωσία, θεσμούς και κεφάλαια. Αυτό που της λείπει είναι η ταχύτητα, η συνοχή και κυρίως η πολιτική αποφασιστικότητα να ευθυγραμμίσει τα εργαλεία με τις διακηρύξεις.

Το πραγματικό δίλημμα

Στο μεταξύ, όπως αναφέρεται, η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε αόρατες εξαρτήσεις. Κάθε ανεμογεννήτρια, κάθε μπαταρία και κάθε ηλεκτρικό όχημα ενσωματώνει πρώτες ύλες που είτε θα παραχθούν με ευρωπαϊκά πρότυπα περιβαλλοντικής προστασίας και διαφάνειας είτε θα εισαχθούν από περιοχές με χαμηλότερες απαιτήσεις.

Έτσι με βάση στελέχη του εξορυκτικού κλάδου, το δίλημμα, συνεπώς, δεν είναι «περιβάλλον ή εξόρυξη». Είναι εξόρυξη με αυστηρούς κανόνες εντός Ευρώπης -ή διαρκής γεωπολιτική εξάρτηση από τρίτες χώρες.

Όπως εμφατικά αναφέρεται, η έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου λειτουργεί ως προειδοποίηση. Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση επιθυμεί πράγματι να καταστεί παγκόσμιος ηγέτης στην πράσινη και βιομηχανική μετάβαση, οφείλει να μετατρέψει τη ρυθμιστική της φιλοδοξία σε επιχειρησιακή ικανότητα. Διαφορετικά, η στρατηγική αυτονομία θα παραμείνει ένα ισχυρό σύνθημα -χωρίς το αναγκαίο υπέδαφος για να το στηρίξει.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας