Σταθερά προσηλωμένη είναι η κυβέρνηση στην επιλογή για ολική εγκατάλειψη του λιγνίτη. Κι αυτό παρά την κριτική που δέχεται με αιχμή τόσο τη μεγάλη επένδυση στη μονάδα Πτολεμαΐδα 5, ύψους 1,5 δισ., όσο και το ότι ο λιγνίτης είναι το μοναδικός εγχωρίως παραγόμενος εθνικός ενεργειακός πόρος, πέρα, βέβαια από τις ΑΠΕ.
Μιλώντας, συγκεκριμένα, ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος, στο περιθώριο εκδήλωσης για τα ενεργειακά έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ανέφερε, ότι η κυβέρνηση δεν εξετάζει το ενδεχόμενο διατήρησης λιγνιτικών μονάδων είτε ως “βάση” είτε ως εφεδρεία. Ειδικότερα, για τη μονάδα Πτολεμαΐδα 5 της ΔΕΗ, που αναμένεται να σταματήσει τη λειτουργία της στο τέλος του έτους προκειμένου να μετατραπεί σε μονάδα φυσικού αερίου., ο υφυπουργός είπε ότι δεν προβλέπεται αλλαγή και διατήρησή της σε λιγνιτική παραγωγή ρεύματος.
Όπως εξήγησε, το κόστος λειτουργίας μιας λιγνιτικής μονάδας είναι ιδιαίτερα υψηλό, κυρίως λόγω της επιβάρυνσης από το κόστος δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων. Επιπλέον, για να λειτουργήσει ένας λιγνιτικός σταθμός απαιτείται η παράλληλη λειτουργία λιγνιτωρυχείου, γεγονός που αυξάνει ακόμη περισσότερο το κόστος ακόμη και στην περίπτωση που η μονάδα διατηρείται απλώς ως εφεδρεία.
Παράλληλα, υπογράμμισε, ότι η Ελλάδα και η Ευρώπη, προς ώρας, δεν αντιμετωπίζουν κίνδυνο έλλειψης φυσικού αερίου, παρά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τις απειλές της Ρωσίας για ενδεχόμενη άμεση διακοπή της τροφοδοσίας προς την Ευρώπη, αντί για το τέλος του 2027 που προβλέπει ο ευρωπαϊκός σχεδιασμός.
Αναφερόμενος, επίσης, στη σημερινή ενεργειακή συγκυρία, ο κ. Τσάφος σημείωσε ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με την κρίση της περιόδου 2022–2023, όταν αρκετές ευρωπαϊκές χώρες –όπως η Γερμανία και η Ουγγαρία– ανησυχούσαν έντονα για την επάρκεια εφοδιασμού. Έκτοτε, όπως είπε, η κατάσταση έχει αλλάξει, καθώς η Ευρώπη έχει αναπτύξει εναλλακτικές πηγές προμήθειας φυσικού αερίου. Έτσι, ακόμη και αν η Ρωσία διακόψει πλήρως τις ροές προς την ευρωπαϊκή αγορά, η Ελλάδα και οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους από άλλους προμηθευτές, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες.