Η νέα άνοδος στις διεθνείς τιμές ενέργειας φέρνει πιο κοντά στο τραπέζι της κυβέρνησης τη συζήτηση για στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Το Brent ξεπέρασε τα 114 δολάρια το βαρέλι και το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο στον κόμβο TTF κινήθηκε πάνω από τα 92 ευρώ ανά μεγαβατώρα, με την αγορά να αντιδρά στην κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και στους φόβους για νέες διαταραχές στην προσφορά.
Οι επιθέσεις των Χούθι σε σαουδαραβικούς στόχους και οι ανησυχίες για την ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρομών της περιοχής επαναφέρουν το γεωπολιτικό ασφάλιστρο στις τιμές του πετρελαίου. Η εκκένωση της έδρας της Saudi Aramco στο Νταχράν και η ένταση κοντά στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ εντείνουν τους φόβους ότι η κρίση μπορεί να επηρεάσει τις ροές αργού και τις μεταφορές. Το Brent οδεύει προς τρίτη διαδοχική εβδομαδιαία άνοδο, καθώς οι επενδυτές αποτιμούν το ενδεχόμενο διεύρυνσης της κρίσης.
Στο φυσικό αέριο, η ανησυχία είναι διπλή. Η Ευρώπη ξεκινά τη χειμερινή περίοδο με τις αποθήκες περίπου στο 75% της χωρητικότητάς τους, χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, ενώ η απώλεια μέρους των εξαγωγών LNG από τη Μέση Ανατολή εντείνει τον ανταγωνισμό με την Ασία για τα διαθέσιμα φορτία. Αυτό αφήνει τις ευρωπαϊκές τιμές πιο ευάλωτες σε ένα κύμα ψύχους ή σε νέες διαταραχές στον εφοδιασμό.
Η πίεση περνά και στην ηλεκτρική ενέργεια. Όταν το φυσικό αέριο καθορίζει την οριακή τιμή στο σύστημα, η άνοδος του TTF μπορεί να αυξήσει το κόστος ηλεκτροπαραγωγής και να επιβαρύνει τη χονδρεμπορική αγορά. Στην Ελλάδα, η μέση τιμή χονδρικής είχε φτάσει στις 19 Οκτωβρίου τα 247,82 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Για τις μικρές επιχειρήσεις, που συχνά δεν έχουν τη δυνατότητα να αντισταθμίσουν τις ανατιμήσεις ή να τις μεταφέρουν ολόκληρες στις τιμές τους, κάθε νέα αύξηση στο ρεύμα συμπιέζει απευθείας τα περιθώρια λειτουργίας.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου έχει αναφέρει ότι εξετάζονται «λελογισμένα» και στοχευμένα μέτρα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με κατεύθυνση ανάλογη με την παρέμβαση που εφαρμόστηκε το 2025. Δεν υπάρχει, όμως, ακόμη οριστική απόφαση ή ανακοινωμένο σχήμα επιδότησης. Η δυνατότητα παρέμβασης συνδέεται με τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια και με το τι θα επιτρέψει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω της ρήτρας ευελιξίας, η οποία προς το παρόν αφορά επενδύσεις εξοικονόμησης ενέργειας.
Το προηγούμενο πρόγραμμα του 2025 αφορούσε επιχειρήσεις με τζίρο έως 10 εκατ. ευρώ και κάλυπτε αναδρομικά μέρος της κατανάλωσης ρεύματος για τρεις μήνες. Για ορισμένες ενεργοβόρες δραστηριότητες, όπως οι φούρνοι, τα ζαχαροπλαστεία και τα καθαριστήρια, προβλεπόταν υψηλότερη ενίσχυση. Ένα αντίστοιχο μοντέλο θα μπορούσε να κατευθύνει τη στήριξη σε επιχειρήσεις που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στο κόστος της ενέργειας. Το αν θα επαναληφθεί και με ποιους όρους παραμένει ανοιχτό.
Η συζήτηση αποκτά μεγαλύτερη σημασία όσο το ενεργειακό σοκ απειλεί να επιβαρύνει ξανά πληθωρισμό και λειτουργικά έξοδα. Μια επιδότηση μπορεί να δώσει ανάσα στις επιχειρήσεις, αλλά χρειάζεται να είναι έγκαιρη και σωστά στοχευμένη. Διαφορετικά, η στήριξη κινδυνεύει να φτάσει αφού οι αυξήσεις έχουν ήδη περάσει στους λογαριασμούς και έχουν πιέσει τη ρευστότητα των μικρών επιχειρήσεων.
Προς το παρόν, η αγορά αποτιμά τον κίνδυνο μιας κρίσης που μπορεί να βαθύνει, όχι μια γενικευμένη διακοπή προμηθειών. Για τις μικρομεσαίες, όμως, ακόμη και η αβεβαιότητα έχει κόστος: δυσκολεύει τον προγραμματισμό, περιορίζει τα περιθώρια και κάνει πιο επιτακτικό το ερώτημα αν η κυβέρνηση θα περάσει από την εξέταση μέτρων σε συγκεκριμένη απόφαση.