Στην εκτίμηση ότι η ζήτηση για βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα (SAF) θα αυξηθεί σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες, καθώς ολοένα και περισσότερες χώρες θεσπίζουν υποχρεωτική χρήση τους από τις αεροπορικές εταιρείες, επενδύει η Bain Capital, βασικός μέτοχος της EcoCeres, μιας από τις μεγαλύτερες παραγωγούς SAF παγκοσμίως.
Ο Τζέιμς Ταμ, εταίρος της Bain Capital και συμπρόεδρος της EcoCeres, δήλωσε ότι ο κλάδος βρίσκεται στην αρχή μιας μακράς περιόδου ανάπτυξης, καθώς οι πολιτικές για τη μείωση των εκπομπών άνθρακα στις αερομεταφορές επεκτείνονται από την Ευρώπη προς την Ασία.
«Τα SAF είναι σχεδόν η μοναδική εμπορικά διαθέσιμη λύση για την απανθρακοποίηση των αερομεταφορών», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η χρήση υδρογόνου ή ηλεκτρικής ενέργειας σε αεροσκάφη μεγάλων αποστάσεων δεν αναμένεται να καταστεί άμεσα εφικτή.
Η EcoCeres προετοιμάζεται παράλληλα για την εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ, σε μια δημόσια εγγραφή που, σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, θα μπορούσε να αντλήσει περίπου 1 δισ. δολάρια. Η κίνηση αναμένεται να αποτελέσει σημαντικό τεστ για το επενδυτικό ενδιαφέρον απέναντι στις εταιρείες που επικεντρώνονται αποκλειστικά στα SAF.
Μεγάλο το χάσμα παραγωγής και ζήτησης
Παρά τις μακροπρόθεσμες προοπτικές, η αγορά SAF βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με περιορισμένη ζήτηση και σημαντική πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα. Οι αεροπορικές εταιρείες εμφανίζονται διστακτικές να αναλάβουν το υψηλότερο κόστος των βιώσιμων καυσίμων σε σχέση με τα συμβατικά.
Η Διεθνής Ένωση Αερομεταφορών (IATA) εκτιμά ότι το 2026 η παγκόσμια παραγωγή SAF θα ανέλθει σε περίπου 2,4 εκατ. τόνους, ποσότητα που αντιστοιχεί μόλις στο 0,8% της συνολικής ζήτησης αεροπορικών καυσίμων. Την ίδια στιγμή, η διαθέσιμη παραγωγική δυναμικότητα αναμένεται να ξεπεράσει τους 9 εκατ. τόνους.
Η διαφορά αυτή αναδεικνύει ένα από τα βασικά προβλήματα του κλάδου: οι επενδύσεις στην παραγωγή προχωρούν ταχύτερα από τη ζήτηση, η οποία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις κρατικές υποχρεώσεις και τα κίνητρα για τη χρήση SAF.
Στο επίκεντρο η Κίνα
Η Bain Capital επένδυσε περισσότερα από 700 εκατ. δολάρια στην EcoCeres το 2022. Η εταιρεία διαθέτει σήμερα συνολική δυναμικότητα παραγωγής ανανεώσιμων καυσίμων περίπου 770.000 τόνων ετησίως, με μονάδες στην ανατολική Κίνα και τη Μαλαισία, και προμηθεύει μεγάλες αεροπορικές εταιρείες, μεταξύ των οποίων οι Qantas, Air France, British Airways και Cathay Pacific.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην κινεζική αγορά. Η συμπερίληψη των SAF στο 15ο Πενταετές Πρόγραμμα της Κίνας για την περίοδο 2026-2030 θεωρείται ένδειξη ότι η χώρα εξετάζει τη θέσπιση υποχρεωτικών στόχων για τη χρήση τους. Το πρόγραμμα προβλέπει την ανάπτυξη SAF, χωρίς ωστόσο να θέτει ακόμη συγκεκριμένο ποσοτικό στόχο για τον κλάδο των αερομεταφορών.
Παράλληλα, το Χονγκ Κονγκ έχει θέσει στόχο τα SAF να αντιστοιχούν στο 1%-3% των καυσίμων των πτήσεων που αναχωρούν από την περιοχή έως το 2030.
Στο πλαίσιο αυτό, η EcoCeres σχεδιάζει νέα μονάδα στην Ντονγκουάν της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ, δυναμικότητας 450.000 τόνων ετησίως, η οποία αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία έως το 2030. Η επένδυση, συνολικού ύψους περίπου 10 δισ. δολαρίων Χονγκ Κονγκ, θα υλοποιηθεί σε ορίζοντα δεκαετίας και η μονάδα θα τροφοδοτεί τις αγορές του Χονγκ Κονγκ, της Σεντζέν και της Γκουανγκζού.
Μέρος της παραγωγής θα μπορούσε να κατευθυνθεί και στην Ευρώπη, όπου η ΕΕ έχει θεσπίσει στόχο για συμμετοχή των SAF σε ποσοστό 6% στα αεροπορικά καύσιμα έως το 2030.
Απόβλητα για την παραγωγή SAF
Η EcoCeres στηρίζει την παραγωγή της σε πρώτες ύλες που προέρχονται από απόβλητα, μεταξύ άλλων χρησιμοποιημένα μαγειρικά έλαια. Η εταιρεία συνεργάζεται με περίπου 500.000 εστιατόρια στην Κίνα, από τα οποία συλλέγει χρησιμοποιημένα έλαια με δυνατότητα ιχνηλάτησης της προέλευσής τους.
Η δυνατότητα αυτή αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για τις αεροπορικές εταιρείες, καθώς η προέλευση της πρώτης ύλης και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του καυσίμου αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Για την Bain Capital, η προοπτική του κλάδου συνδέεται άμεσα με την επέκταση των υποχρεωτικών στόχων χρήσης SAF. Το κρίσιμο στοίχημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο η ρυθμιστική πίεση θα μετατραπεί σε πραγματική ζήτηση, ικανή να απορροφήσει τη νέα παραγωγική δυναμικότητα που δημιουργείται διεθνώς.
Πηγή: Reuters