Η παραγωγή ελαιολάδου υποχωρεί από τους 132.000 στους 38.000 τόνους μέσα σε τρία χρόνια – Λιγότερος ελαιόκαρπος σημαίνει πίεση και στις ποσότητες παραπροϊόντων που μπορούν να αξιοποιηθούν ενεργειακά
Πώς συνδέεται η κλιματική πίεση στον κρητικό ελαιώνα με την παραγωγή ενέργειας; Η απάντηση βρίσκεται σε ό,τι μένει πίσω όταν ο ελαιόκαρπος περάσει από το ελαιουργείο. Ελαιοπυρήνας και άλλα υπολείμματα της παραγωγικής διαδικασίας αποτελούν πρώτη ύλη με ενεργειακή αξία, με αποτέλεσμα η μεγάλη υποχώρηση της ελαιοπαραγωγής στην Κρήτη να δημιουργεί μια δεύτερη αλυσίδα επιπτώσεων, πέρα από το αγροτικό εισόδημα και την αγορά ελαιολάδου.
Τα στοιχεία για την τελευταία πενταετία είναι ενδεικτικά της ανατροπής που συντελείται. Για την περίοδο 2025-2026 η παραγωγή ελαιολάδου στην Κρήτη εκτιμάται στους μόλις 38.000 τόνους, όταν το 2022-2023 είχε εκτοξευθεί στους 132.000 τόνους. Πρόκειται για διαφορά 94.000 τόνων και πτώση περίπου 71% μέσα σε τρεις ελαιοκομικές περιόδους.
Η χρονιά του 2022-2023 ήταν εξαιρετική και δεν μπορεί από μόνη της να αποτελέσει ασφαλή βάση για την αποτύπωση μιας μακροχρόνιας τάσης. Ωστόσο, ακόμη και η σύγκριση με τους 85.000 τόνους του 2021-2022, επίπεδο που αναφέρεται ως ιστορικός μέσος όρος του κρητικού ελαιώνα, δείχνει το μέγεθος της πίεσης. Η σημερινή εκτίμηση βρίσκεται περίπου 55% χαμηλότερα.
Μετά το ρεκόρ των 132.000 τόνων, η παραγωγή κατέρρευσε στους 35.800 τόνους το 2023-2024, ανέκαμψε προσωρινά στους 61.000 τόνους το 2024-2025 και επιστρέφει τώρα στους 38.000 τόνους.
Η ανατολική Κρήτη δέχεται το μεγαλύτερο πλήγμα
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη όσο κανείς κινείται προς τα ανατολικά. Στο Ηράκλειο, από τους 58.000 τόνους του 2022-2023, η παραγωγή εκτιμάται φέτος στους 15.000 τόνους, καταγράφοντας πτώση περίπου 74%.
Στο Λασίθι η μεταβολή είναι ακόμη μεγαλύτερη. Από τους 22.500 τόνους η παραγωγή περιορίζεται στους 4.300 τόνους, με την απώλεια να αγγίζει το 81%. Στο Ρέθυμνο η αντίστοιχη υποχώρηση φθάνει περίπου το 72%, ενώ τα Χανιά εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, με τη μείωση έναντι του 2022-2023 να διαμορφώνεται περίπου στο 59%.
Πίσω από αυτή την εικόνα βρίσκεται ένας συνδυασμός κλιματικών πιέσεων. Η παρατεταμένη ανομβρία, οι ασυνήθιστα ήπιοι χειμώνες και οι υψηλές θερμοκρασίες κατά τις κρίσιμες περιόδους ανθοφορίας και καρπόδεσης επηρεάζουν την παραγωγικότητα των ελαιόδεντρων. Στην ανατολική Κρήτη προστίθεται η ολοένα μεγαλύτερη πίεση στους υδατικούς πόρους.
Από το ελαιουργείο στην ενέργεια
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η ενεργειακή πλευρά του προβλήματος. Η ελαιοπαραγωγή δημιουργεί μια ολόκληρη αλυσίδα παραπροϊόντων, μέρος των οποίων μπορεί να αξιοποιηθεί ως καύσιμη ύλη. Όταν μειώνεται δραστικά ο ελαιόκαρπος που φθάνει στα ελαιουργεία, περιορίζεται αντίστοιχα η πρώτη ύλη από την οποία προκύπτουν αυτά τα παραπροϊόντα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η μείωση του ελαιοπυρήνα ταυτίζεται ποσοστιαία με την πτώση του παραγόμενου ελαιολάδου. Η ποσότητά του εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τον όγκο του ελαιοκάρπου που επεξεργάζεται, την ελαιοπεριεκτικότητα και τη μέθοδο παραγωγής. Η μεγάλη πτώση της δραστηριότητας, ωστόσο, δημιουργεί αναπόφευκτα πίεση και στη διαθέσιμη ποσότητα παραπροϊόντων.
Στο μεταξύ, η αξία της βιομάζας της ελιάς αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την Κρήτη. Ενεργειακά εγχειρήματα που αναπτύσσονται στο νησί στρέφονται ήδη στην αξιοποίηση των κλαδεμάτων των ελαιόδεντρων ως βιοκαύσιμο, εντάσσοντας ένα αγροτικό υπόλειμμα σε ένα μοντέλο τοπικής παραγωγής θερμότητας και κυκλικής οικονομίας.
Έτσι δημιουργείται ένα νέο παράδοξο. Την ώρα που η ενεργειακή μετάβαση αναζητά περισσότερες τοπικές και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η κλιματική αλλαγή πιέζει την ίδια την παραγωγική βάση από την οποία μπορεί να προκύψει μέρος αυτής της βιομάζας.
Η κρίση του κρητικού ελαιώνα αποκτά επομένως και ενεργειακή διάσταση. Από το χωράφι και το ελαιουργείο έως τον ελαιοπυρήνα και τα κλαδέματα, το ζητούμενο πλέον είναι διπλό: να προστατευθεί η παραγωγική ικανότητα της ελιάς και, παράλληλα, να αξιοποιείται με τη μεγαλύτερη δυνατή αποδοτικότητα κάθε διαθέσιμο υπόλειμμα ενός προϊόντος που επί αιώνες βρίσκεται στον πυρήνα της οικονομίας της Κρήτης.