Στο επίκεντρο της συζήτησης για την αντιμετώπιση της περιορισμένης προσφοράς ντίζελ στην Ευρώπη βρίσκονται τα στρατηγικά αποθέματα καυσίμων της ΕΕ, καθώς η κυβέρνηση των ΗΠΑ πιέζει τα κράτη-μέλη να προχωρήσουν σε αποδεσμεύσεις ποσοτήτων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αποθέματα της Γερμανίας και της Γαλλίας, οι οποίες διαθέτουν από κοινού περίπου το 35% των στρατηγικών αποθεμάτων ντίζελ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, τον Μάιο του 2025 οι χώρες της ΕΕ διέθεταν συνολικά περίπου 39 εκατ. μετρικούς τόνους αποθεμάτων ντίζελ και πετρελαίου εσωτερικής καύσης έκτακτης ανάγκης. Η Γερμανία διέθετε 5,6 εκατ. τόνους και η Γαλλία 8,2 εκατ. τόνους.
Η πίεση για την αξιοποίηση των αποθεμάτων εντείνεται καθώς οι τιμές του ντίζελ έχουν αυξηθεί σε επίπεδα-ρεκόρ ή κοντά σε ιστορικά υψηλά σε αρκετές αγορές, μεταξύ των οποίων και η ευρωπαϊκή. Η εξέλιξη έχει ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις, καθώς το ντίζελ αποτελεί βασικό καύσιμο για τις οδικές μεταφορές, τη γεωργία και τη βιομηχανία.
Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν, σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν το θέμα, ότι η Γαλλία και η Γερμανία δεν έχουν ανταποκριθεί πλήρως στις δεσμεύσεις που ανέλαβαν στο πλαίσιο της συντονισμένης αποδέσμευσης πετρελαϊκών αποθεμάτων που συμφωνήθηκε από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA) νωρίτερα φέτος.
Η συμφωνία του IEA τον Μάρτιο προέβλεπε την αποδέσμευση περίπου 400 εκατ. βαρελιών από τα παγκόσμια αποθέματα έκτακτης ανάγκης. Οι ΗΠΑ δεσμεύτηκαν να διαθέσουν 172 εκατ. βαρέλια, ενώ τα κράτη-μέλη της ΕΕ συμφώνησαν να συνεισφέρουν το 20% της συνολικής ποσότητας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν σχολίασε άμεσα τις αμερικανικές αιτιάσεις. Την ίδια ώρα, ο επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ Νταν Γιόργκενσεν δήλωσε ότι η Ένωση έχει συζητήσει με τον εκτελεστικό διευθυντή του IEA Φατίχ Μπιρόλ το ενδεχόμενο νέας αποδέσμευσης αποθεμάτων, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ληφθεί σχετική απόφαση.
Οι ευρωπαϊκοί κανόνες προβλέπουν ότι τα κράτη-μέλη πρέπει να διατηρούν αποθέματα πετρελαίου έκτακτης ανάγκης που αντιστοιχούν τουλάχιστον σε 90 ημέρες καθαρών εισαγωγών ή σε 61 ημέρες εγχώριας κατανάλωσης, ανάλογα με το ποιο από τα δύο μεγέθη είναι μεγαλύτερο. Η ΕΕ συνολικά εξακολουθεί να πληροί τις συγκεκριμένες απαιτήσεις.
Η κατάσταση αποτυπώνει τις νέες ισορροπίες στην ευρωπαϊκή αγορά καυσίμων. Η Ευρώπη έχει περιορίσει σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών καυσίμων μετά την εισβολή στην Ουκρανία, ενώ παράλληλα η δυναμικότητα διύλισης στην ήπειρο έχει μειωθεί αισθητά τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Ως αποτέλεσμα, η ευρωπαϊκή αγορά έχει αυξήσει την εξάρτησή της από εισαγωγές ντίζελ, μεταξύ άλλων από τις ΗΠΑ, την ώρα που οι περιορισμένες προμήθειες από τη Μέση Ανατολή εντείνουν τις πιέσεις στην αγορά.
Πηγή: Reuters