Νέα ψήφο εμπιστοσύνης στη Βενεζουέλα δίνει η Chevron, ανακοινώνοντας επενδύσεις άνω των 7 δισ. δολαρίων μέσω των κοινοπραξιών της στη χώρα, με στόχο να διπλασιάσει την παραγωγή πετρελαίου της μέσα στην επόμενη πενταετία.
Η αμερικανική εταιρεία σχεδιάζει να αυξήσει την παραγωγή σε περίπου 600.000 βαρέλια την ημέρα, αξιοποιώντας τις σημαντικές δυνατότητες που προσφέρουν τα κοιτάσματα της χώρας. Στο πλαίσιο των νέων συμφωνιών, η κοινοπραξία Petroindependencia θα επεκταθεί σε δύο γειτονικές περιοχές στην πολιτεία Καραμπόμπο, στη μεγάλη πετρελαιοφόρο ζώνη του Ορινόκο.
Η εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον επιχειρεί να ενισχύσει την αμερικανική παρουσία στον ενεργειακό τομέα της Βενεζουέλας και να προσελκύσει νέα κεφάλαια για την επανεκκίνηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας της χώρας.
«Η ιστορία της Chevron στη Βενεζουέλα ξεπερνά τον έναν αιώνα και η ενισχυμένη παρουσία μας αντανακλά την εμπιστοσύνη μας στις μεγάλες δυνατότητες των ενεργειακών πόρων της χώρας», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Chevron, Mike Wirth.
Μεγάλα αποθέματα, χαμηλή παραγωγή
Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα πετρελαϊκά αποθέματα στον κόσμο, ωστόσο η παραγωγή της παραμένει πολύ χαμηλότερη από τα επίπεδα στα οποία βρισκόταν πριν από δύο δεκαετίες.
Σήμερα παράγει περίπου 1,25 εκατ. βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, έναντι περισσότερων από 3 εκατ. βαρελιών ημερησίως που παρήγαγε πριν από περίπου 20 χρόνια. Η σημαντική υποχώρηση αποδίδεται στα χρόνια προβλήματα διαχείρισης και στην έλλειψη επενδύσεων στην κρατική πετρελαϊκή εταιρεία PDVSA.
Ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Chris Wright δήλωσε ότι η συνολική παραγωγή της Βενεζουέλας θα μπορούσε να φτάσει τα 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως έως το τέλος της δεκαετίας.
Για τη Chevron, σημαντικό πλεονέκτημα αποτελεί το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των απαιτούμενων υποδομών βρίσκεται ήδη σε λειτουργία. Οι νέες επενδύσεις μπορούν έτσι να αξιοποιήσουν υφιστάμενες εγκαταστάσεις και αγωγούς, περιορίζοντας το κόστος και τον χρόνο ανάπτυξης των έργων.
Η εταιρεία εκτιμά ότι το συνολικό κόστος παραγωγής θα παραμείνει κάτω από τα 20 δολάρια ανά βαρέλι. Παράλληλα, οι νέες συμφωνίες προβλέπουν ευνοϊκότερους δημοσιονομικούς, εμπορικούς και νομικούς όρους, με στόχο την προστασία των μακροπρόθεσμων επενδύσεων.
«Η δυνατότητά μας να αναπτυχθούμε με χαμηλό κόστος είναι πολύ διαφορετική από την περίπτωση όπου θα ξεκινούσαμε από μια περιοχή χωρίς δρόμους, νερό ή ηλεκτρική ενέργεια», ανέφερε ο Wirth.
Νέες επενδύσεις από αμερικανικές εταιρείες
Η επέκταση της Chevron ανακοινώθηκε λίγες ημέρες μετά την παρουσίαση από τον Ντόναλντ Τραμπ μιας μεγάλης συμφωνίας για την αξιοποίηση περίπου του ενός πέμπτου των πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας, στην οποία προβλέπεται και συμμετοχή της αμερικανικής κυβέρνησης σε ιδιωτική πετρελαϊκή εταιρεία.
Παρότι πρόκειται για ξεχωριστή συμφωνία, η επένδυση της Chevron ενισχύει την προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αυξήσει την παραγωγή πετρελαίου στη Βενεζουέλα και να επαναφέρει τη χώρα στο επίκεντρο των διεθνών ενεργειακών επενδύσεων.
Εκτός από τη Chevron, συμφωνίες στον ενεργειακό τομέα αναμένεται να υπογράψουν και άλλες εταιρείες, μεταξύ των οποίων η ιταλική Eni, η επενδυτική KEO Capital και η Primavera, εταιρεία που έχει ιδρυθεί μεταξύ άλλων από τον δισεκατομμυριούχο Fred Ehrsam.
Οι περισσότερες από τις συμφωνίες αφορούν την επέκταση υφιστάμενων έργων και εντάσσονται στη διαδικασία μετάβασης δεκάδων ενεργειακών συμβάσεων σε νέο καθεστώς, μετά τη μεταρρύθμιση του πετρελαϊκού τομέα που εγκρίθηκε τον Ιανουάριο.
Η Chevron δραστηριοποιείται στη Βενεζουέλα από το 1923 και διαθέτει σήμερα τρεις κοινοπραξίες στη χώρα. Οι Petroindependencia και Petropiar δραστηριοποιούνται στη ζώνη του Ορινόκο, ενώ η Petroboscan στην πολιτεία Ζούλια.
Την ίδια ώρα, η ExxonMobil και η ConocoPhillips έχουν παραμείνει εκτός χώρας από το 2007, όταν τα περιουσιακά τους στοιχεία κρατικοποιήθηκαν επί κυβέρνησης Ούγκο Τσάβες.
Η νέα επενδυτική κινητικότητα δείχνει ότι ο ενεργειακός χάρτης της Βενεζουέλας βρίσκεται σε φάση αναδιαμόρφωσης. Η επιστροφή μεγάλων αμερικανικών κεφαλαίων, σε συνδυασμό με την προσπάθεια αύξησης της παραγωγής, μπορεί να μετατρέψει εκ νέου τη χώρα σε έναν από τους σημαντικότερους παίκτες της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου.
Πηγή: Reuters