Η Ρωσία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο και ολοένα σοβαρότερο πρόβλημα στην εσωτερική αγορά καυσίμων, καθώς η επανάληψη των σχεδόν καθημερινών ουκρανικών επιθέσεων σε διυλιστήρια αρχίζει να προκαλεί πραγματικές ελλείψεις. Σε ορισμένες περιοχές οι αρχές έχουν ήδη αναγκαστεί να περάσουν από τη διαχείριση των αποθεμάτων σε μέτρα περιορισμού της κατανάλωσης.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή του Όρενμπουργκ, στα Ουράλια, όπου από την Τετάρτη εφαρμόζεται σύστημα διανομής βενζίνης και diesel ανάλογα με τον αριθμό κυκλοφορίας των οχημάτων. Παράλληλα, επιβλήθηκαν ανώτατα όρια στην ποσότητα καυσίμου που μπορεί να αγοράσει κάθε οδηγός, ενώ απαγορεύθηκε η πλήρωση μπιτονιών και άλλων δοχείων.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά ασυνήθιστη εικόνα για μία από τις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες του κόσμου και, ταυτόχρονα, για μία από τις σαφέστερες ενδείξεις ότι η ουκρανική εκστρατεία εναντίον της ρωσικής πετρελαϊκής βιομηχανίας αρχίζει πλέον να γίνεται αισθητή στην καθημερινότητα των Ρώσων καταναλωτών.
Το χτύπημα στο Ορσκ
Η άμεση αιτία των περιορισμών στο Όρενμπουργκ ήταν η ουκρανική επίθεση με drones στο διυλιστήριο του Ορσκ. Η εγκατάσταση βρίσκεται περίπου 1.500 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Μόσχας, βαθιά στο ρωσικό έδαφος, γεγονός που καταδεικνύει πόσο έχει αυξηθεί η επιχειρησιακή εμβέλεια των ουκρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Το πλήγμα φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτερα σοβαρό. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που έχουν γίνει γνωστές, η πλήρης αποκατάσταση των ζημιών μπορεί να απαιτήσει έως και έξι μήνες. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρόκειται απλώς για μια προσωρινή διακοπή της παραγωγής, αλλά για απώλεια σημαντικής δυναμικότητας διύλισης για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Το διυλιστήριο του Ορσκ αποτελεί σημαντικό κρίκο της ενεργειακής αλυσίδας της περιοχής, με δυνατότητα επεξεργασίας περίπου 6 εκατ. τόνων αργού πετρελαίου ετησίως. Παράγει μεταξύ άλλων βενζίνη, diesel, αεροπορικά καύσιμα και άλλα πετρελαϊκά προϊόντα, καλύπτοντας σημαντικό μέρος των αναγκών της ευρύτερης περιοχής.
Η διακοπή της λειτουργίας του δημιούργησε έτσι άμεσο πρόβλημα στον εφοδιασμό, αναγκάζοντας τις τοπικές αρχές να παρέμβουν προκειμένου να αποτρέψουν φαινόμενα μαζικών αγορών και ταχεία εξάντληση των διαθέσιμων αποθεμάτων.
Σχεδόν καθημερινές επιθέσεις
Το Όρενμπουργκ δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση. Οι ελλείψεις καυσίμων επανεμφανίζονται σε περισσότερες περιοχές της Ρωσίας, την ώρα που το Κίεβο έχει επαναφέρει με μεγάλη ένταση την εκστρατεία επιθέσεων εναντίον της ρωσικής βιομηχανίας διύλισης.
Ουκρανικά drones έχουν φθάσει το τελευταίο διάστημα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις εκατοντάδες ή ακόμη και πάνω από 1.000 χιλιόμετρα από τα ουκρανικά σύνορα, αυξάνοντας σημαντικά την περίμετρο που καλείται πλέον να προστατεύσει η ρωσική αεράμυνα.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Η Ρωσία διαθέτει ένα τεράστιο δίκτυο διυλιστηρίων, αποθηκών, αγωγών και άλλων ενεργειακών εγκαταστάσεων σε μια γεωγραφική έκταση που είναι πρακτικά αδύνατο να καλυφθεί στο σύνολό της με συστήματα αεράμυνας.
Κάθε νέα επιτυχής επίθεση αναγκάζει επομένως τη Μόσχα όχι μόνο να πραγματοποιεί δαπανηρές επισκευές, αλλά και να διαθέτει περισσότερα μέσα για την προστασία εγκαταστάσεων που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ασφαλείς λόγω της μεγάλης απόστασής τους από το μέτωπο.
Η «Αχίλλειος πτέρνα» της Ρωσίας
Πίσω από τις επιθέσεις διακρίνεται μια σαφής στρατηγική. Η Ουκρανία δεν επιχειρεί να στερήσει από τη Ρωσία το αργό πετρέλαιο. Επιχειρεί να περιορίσει τη δυνατότητα της χώρας να μετατρέπει το αργό σε βενζίνη, diesel, κηροζίνη και άλλα καύσιμα απαραίτητα τόσο για την οικονομία όσο και για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Και εδώ βρίσκεται η «Αχίλλειος πτέρνα» της ρωσικής ενεργειακής μηχανής.
Η Ρωσία μπορεί να εξακολουθεί να αντλεί τεράστιες ποσότητες πετρελαίου, όμως χωρίς επαρκή δυναμικότητα διύλισης δεν μπορεί να μετατρέψει όλο αυτό το αργό στις ποσότητες τελικών προϊόντων που απαιτεί η εσωτερική αγορά.
Ένα διυλιστήριο, άλλωστε, είναι μια εξαιρετικά σύνθετη βιομηχανική εγκατάσταση. Η καταστροφή εξειδικευμένου εξοπλισμού μπορεί να απαιτήσει μήνες για την αποκατάστασή του, ενώ οι δυτικές κυρώσεις δυσκολεύουν την πρόσβαση των ρωσικών εταιρειών σε ορισμένα ανταλλακτικά, μηχανήματα και τεχνολογίες.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να εκμεταλλευτεί το Κίεβο: να θέτει νέες μονάδες εκτός λειτουργίας ταχύτερα από όσο η Ρωσία μπορεί να επισκευάζει εκείνες που έχουν ήδη πληγεί.
Από τις αντλίες στον πληθωρισμό
Το πρόβλημα, όμως, δεν σταματά στα πρατήρια.
Η περιορισμένη διαθεσιμότητα βενζίνης και κυρίως diesel μπορεί να αυξήσει σημαντικά το κόστος των οδικών μεταφορών. Και από τη στιγμή που τα καύσιμα αποτελούν βασικό τμήμα του κόστους των logistics, οι αυξήσεις μεταφέρονται σταδιακά σε τρόφιμα, πρώτες ύλες και βιομηχανικά προϊόντα.
Με αυτόν τον τρόπο, μια στρατιωτική επιχείρηση εναντίον ενός διυλιστηρίου μπορεί να μετατραπεί σε ευρύτερο οικονομικό πρόβλημα εκατοντάδες ή και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το ουκρανικό μέτωπο.
Για τη ρωσική οικονομία αυτό αποτελεί έναν επιπλέον πονοκέφαλο, καθώς οι ελλείψεις καυσίμων μπορούν να ενισχύσουν τις πληθωριστικές πιέσεις και να αυξήσουν το κόστος λειτουργίας επιχειρήσεων σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.
Το δίλημμα των εξαγωγών
Παράλληλα, η Μόσχα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ολοένα δυσκολότερο δίλημμα.
Όσο περισσότερα διυλιστήρια τίθενται εκτός λειτουργίας και όσο αυξάνονται οι ανάγκες της εγχώριας αγοράς, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πίεση για περιορισμό των εξαγωγών βενζίνης, diesel και άλλων προϊόντων πετρελαίου.
Η κυβέρνηση καλείται ουσιαστικά να επιλέξει ανάμεσα στην προστασία της εγχώριας αγοράς και στη διατήρηση των εξαγωγών που προσφέρουν πολύτιμα έσοδα στη ρωσική οικονομία.
Ταυτόχρονα, απαιτείται μεγαλύτερη χρήση αποθεμάτων, μεταφορά καυσίμων από άλλες περιοχές και αναδιάταξη της παραγωγής ώστε να καλύπτονται τα κενά που αφήνουν οι μονάδες οι οποίες τίθενται εκτός λειτουργίας.
Όσο όμως αυξάνεται ο αριθμός των πληγέντων διυλιστηρίων, τόσο δυσκολότερη γίνεται αυτή η άσκηση.
Μια πετρελαιοπαραγωγός υπερδύναμη με δελτίο στη βενζίνη
Η εικόνα στο Όρενμπουργκ συνοψίζει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη νέα φάση του ενεργειακού πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας.
Μία από τις μεγαλύτερες παραγωγούς πετρελαίου στον κόσμο αναγκάζεται σε περιοχή της να εφαρμόσει πωλήσεις καυσίμων ανάλογα με τις πινακίδες των αυτοκινήτων, να επιβάλει ανώτατες ποσότητες ανά οδηγό και να απαγορεύσει το γέμισμα μπιτονιών.