Κάποτε αποτελούσαν το σύμβολο της πετρελαϊκής ισχύος της Βενεζουέλας. Σήμερα, τα μεγάλα διυλιστήρια της χώρας βρίσκονται αντιμέτωπα με χρόνια υποεπένδυσης, τεχνικά προβλήματα και σοβαρές ελλείψεις συντήρησης, καθιστώντας ιδιαίτερα δύσκολη την προσπάθεια επαναφοράς τους σε πλήρη λειτουργία.
Το Κέντρο Διύλισης Παραγουανά (Paraguaná Refining Center) στη δυτική Βενεζουέλα, ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα διύλισης στον κόσμο με ονομαστική δυναμικότητα 955.000 βαρελιών ημερησίως, λειτουργεί σήμερα σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από τις δυνατότητές του. Το πρόβλημα αποτελεί αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου απαξίωσης που ξεκίνησε εδώ και δεκαετίες και δεν συνδέεται με τους ισχυρούς σεισμούς που έπληξαν πρόσφατα τη χώρα.
Το συγκρότημα, που περιλαμβάνει τα διυλιστήρια Amuay και Cardón, αντιμετωπίζει εκτεταμένες φθορές, με εργαζόμενους να περιγράφουν τις εγκαταστάσεις ως «άσχημες και σκουριασμένες». Ανοιχτές δεξαμενές αποβλήτων βρίσκονται κοντά στα όρια χωρητικότητάς τους, ενώ διαρροές καταλοίπων καταγράφονται σε αγωγούς και σημεία του εξοπλισμού.
Σύμφωνα με εργαζόμενους, εργολάβους και ειδικούς του κλάδου, χρόνια έλλειψης επενδύσεων, βλάβες στον εξοπλισμό και ελλείψεις ανταλλακτικών έχουν περιορίσει σημαντικά την ικανότητα των διυλιστηρίων να παράγουν τα καύσιμα που χρειάζεται η εγχώρια αγορά.
Η κατάσταση αναδεικνύει τη μεγάλη πρόκληση που αντιμετωπίζει η Βενεζουέλα για την αποκατάσταση των ενεργειακών της υποδομών, παρά το νέο ενδιαφέρον ξένων πετρελαϊκών εταιρειών για τη χώρα και τις εκτιμήσεις για επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων στον πετρελαϊκό τομέα.
Ο ενεργειακός αναλυτής Oswaldo Felizzola εκτιμά ότι η πλήρης αποκατάσταση της δυναμικότητας διύλισης θα απαιτήσει επενδύσεις τουλάχιστον 20 δισ. δολαρίων, ενώ οι μεγάλες παρεμβάσεις πιθανότατα μετατίθενται για το 2027 και μετά, καθώς η κυβέρνηση δίνει προτεραιότητα στην αύξηση της παραγωγής αργού πετρελαίου.
Περιορισμένο ενδιαφέρον για τα διυλιστήρια
Παρά την προσπάθεια επαναπροσέλκυσης διεθνών επενδυτών, τα διυλιστήρια της Βενεζουέλας θεωρούνται λιγότερο ελκυστικά σε σχέση με άλλους τομείς, όπως η παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Οι ξένες εταιρείες έχουν μικρότερο κίνητρο να επενδύσουν στην ανακατασκευή των τοπικών εγκαταστάσεων, καθώς τα αμερικανικά διυλιστήρια διαθέτουν ήδη την τεχνολογία για την επεξεργασία του βαρέος και υψηλής περιεκτικότητας σε θείο αργού της Βενεζουέλας.
Στο διυλιστήριο Amuay, για παράδειγμα, μια μονάδα flexicoking που στο παρελθόν μετέτρεπε βαριά υπολείμματα σε καύσιμα υψηλότερης ποιότητας παραμένει εκτός λειτουργίας. Σύμφωνα με πρώην μηχανικό της εγκατάστασης, η μονάδα έχει απογυμνωθεί από εξαρτήματα για την κάλυψη άλλων αναγκών και θεωρείται δύσκολο να επανέλθει.
Την ίδια στιγμή, μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες εξακολουθούν να εμφανίζονται επιφυλακτικές. Η Exxon Mobil και η ConocoPhillips είχαν αποχωρήσει από τη Βενεζουέλα το 2007 μετά τις κρατικοποιήσεις έργων τους από την κυβέρνηση του Ούγκο Τσάβες.
Οι εξαγωγές αυξάνονται, η διύλιση παραμένει πίσω
Η εικόνα στον τομέα της διύλισης έρχεται σε αντίθεση με την ανάκαμψη της παραγωγής και των εξαγωγών αργού πετρελαίου. Από τις αρχές του έτους, οι εξαγωγές της Βενεζουέλας έχουν αυξηθεί περίπου στα 1,2 εκατ. βαρέλια ημερησίως, από λιγότερα από 800.000 βαρέλια προηγουμένως.
Ωστόσο, η αναβάθμιση των διυλιστηρίων παραμένει χαμηλά στην προτεραιότητα, καθώς η διεθνής αγορά ενδιαφέρεται κυρίως για την επιστροφή της παραγωγής αργού.
«Η αμερικανική κυβέρνηση ενδιαφέρεται κυρίως να δει το πετρέλαιο να εξάγεται», δήλωσε ο Eric Smith από το Energy Institute του Πανεπιστημίου Tulane, σημειώνοντας ότι μεγάλα έργα εκσυγχρονισμού θα εξεταστούν μόνο όταν η Βενεζουέλα αποκτήσει μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική σταθερότητα.
Ένα από τα βασικά προβλήματα παραμένει και η χαμηλή τιμή των καυσίμων στην εσωτερική αγορά. Τα κρατικά διυλιστήρια της PDVSA τροφοδοτούν τα πρατήρια με επιδοτούμενες τιμές, από τις χαμηλότερες παγκοσμίως, γεγονός που περιορίζει τα έσοδα που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν την αναβάθμιση των εγκαταστάσεων.
Η αποκατάσταση της πετρελαϊκής υποδομής της Βενεζουέλας αποτελεί πλέον μια σύνθετη εξίσωση, καθώς απαιτεί τεράστιες επενδύσεις, τεχνική τεχνογνωσία και αλλαγές στο μοντέλο λειτουργίας της αγοράς καυσίμων, σε μια περίοδο όπου η χώρα επιχειρεί να επιστρέψει στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη.
Πηγή: Reuters