Η Κίνα προχωρά σε μείωση των ανώτατων λιανικών τιμών βενζίνης και ντίζελ από τις 5 Ιουνίου, στη δεύτερη μείωση από την έναρξη της κρίσης στο Ιράν, η οποία έχει επηρεάσει την παγκόσμια προσφορά ενέργειας και έχει οδηγήσει σε έντονες διακυμάνσεις στις διεθνείς τιμές πετρελαίου.
Η Εθνική Επιτροπή Ανάπτυξης και Μεταρρυθμίσεων (NDRC), ο κρατικός φορέας σχεδιασμού, ανακοίνωσε ότι τα ανώτατα όρια τιμών μειώνονται κατά 525 γουάν ανά τόνο για τη βενζίνη και κατά 505 γουάν ανά τόνο για το ντίζελ.
Η νέα προσαρμογή μεταφράζεται σε μείωση περίπου 20,5 γουάν για έναν οδηγό που γεμίζει ρεζερβουάρ 50 λίτρων με βενζίνη 92 οκτανίων.
Από την έναρξη της κρίσης στο Ιράν, οι λιανικές τιμές στην Κίνα έχουν συνολικά αυξηθεί κατά 1.590 γουάν ανά τόνο για τη βενζίνη και 1.530 γουάν ανά τόνο για το ντίζελ, ακόμη και μετά τη νέα μείωση, σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία. Οι αρχές, ωστόσο, έχουν περιορίσει δύο φορές το εύρος των αυξήσεων, απορροφώντας μέρος της διεθνούς ανόδου τιμών μέσω του μηχανισμού τιμολόγησης.
Η άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου έχει αυξήσει το κόστος καυσίμων για τους τελικούς καταναλωτές, με αποτέλεσμα να πιεστεί η εγχώρια κατανάλωση. Σύμφωνα με στοιχεία της OilChem, η ζήτηση βενζίνης και ντίζελ στην Κίνα μειώθηκε κατά περίπου 16% σε ετήσια βάση τον Απρίλιο και κατά 13% τον Μάιο.
Οι προοπτικές για τον Ιούνιο παραμένουν αδύναμες, καθώς η κατανάλωση βενζίνης επηρεάζεται από τις υψηλές τιμές και τη συνεχιζόμενη διείσδυση των ηλεκτρικών οχημάτων, παρά την ενίσχυση της ζήτησης λόγω εορταστικών μετακινήσεων.
Στο ντίζελ, ενδέχεται να καταγραφεί μικρή ανάκαμψη λόγω της θερινής συγκομιδής και της αυξημένης γεωργικής δραστηριότητας, ωστόσο η στροφή σε εναλλακτικές μορφές ενέργειας και οι έντονες καιρικές μεταβολές διατηρούν τη συνολική ζήτηση υπό πίεση.
Η NDRC αναπροσαρμόζει τις τιμές καυσίμων κάθε 10 εργάσιμες ημέρες, λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς τιμές αργού, το κόστος διύλισης, τη φορολογία, τα έξοδα διανομής και τα περιθώρια κέρδους.
Πηγή: Reuters