Ισχυρή θέση στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη καταλαμβάνει πλέον η Ελλάδα ως προς τη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην ηλεκτροπαραγωγή, με τη χώρα να βρίσκεται στην πρώτη πεντάδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να αφήνει πίσω της ορισμένες από τις μεγαλύτερες ενεργειακές αγορές της Ευρώπης.
Τα στοιχεία της Eurostat για το 2025 αποτυπώνουν τη σημαντική πρόοδο που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια, καθώς οι ΑΠΕ κάλυψαν το 60,9% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα. Με την επίδοση αυτή, η χώρα κατατάσσεται πέμπτη μεταξύ των κρατών-μελών, οριακά υψηλότερα από την Ισπανία, η οποία διαμορφώθηκε στο 60,7%, ενώ βρίσκεται επίσης πάνω από χώρες με ιδιαίτερα ανεπτυγμένα χαρτοφυλάκια ανανεώσιμων πηγών, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία.
Οι πρωταθλητές της Ευρώπης
Στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης βρίσκεται η Αυστρία, όπου το 90,8% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας προήλθε από ανανεώσιμες πηγές. Πολύ κοντά ακολουθεί η Σουηδία με 89,2%, ενώ στην τρίτη θέση βρίσκεται η Δανία με 77,7%. Η Πορτογαλία καταγράφει ποσοστό 65,6% και αμέσως μετά ακολουθεί η Ελλάδα.
Η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική στις τελευταίες θέσεις. Η Μάλτα περιορίζεται σε μερίδιο μόλις 11,2%, ενώ ακολουθούν η Τσεχία με 19,2%, το Λουξεμβούργο με 23,3%, η Σλοβακία με 24,1% και η Κύπρος με 27,5%.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι ΑΠΕ βρίσκονται πλέον μια ανάσα από το να καλύπτουν το ήμισυ της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Το σχετικό ποσοστό ανήλθε το 2025 στο 49,9%, αυξημένο κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Η απόσταση που έχει διανύσει η Ευρώπη γίνεται ακόμη πιο εμφανής σε βάθος εικοσαετίας. Το 2004, όταν ξεκίνησαν οι σχετικές καταγραφές της Eurostat, μόλις το 15,9% της ηλεκτρικής κατανάλωσης προερχόταν από ανανεώσιμες πηγές.
Μεγαλύτερη η απόσταση στο σύνολο της ενέργειας
Η εικόνα διαφοροποιείται αισθητά όταν η σύγκριση δεν περιορίζεται στον ηλεκτρισμό αλλά επεκτείνεται στο σύνολο της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας. Εκεί το ευρωπαϊκό μερίδιο των ΑΠΕ διαμορφώθηκε στο 26,2% το 2025, έναντι 25,2% το 2024 και μόλις 9,6% το 2004.
Το συγκεκριμένο μέγεθος αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει του στόχου που έχει θέσει η ΕΕ για το τέλος της δεκαετίας. Έως το 2030 οι ανανεώσιμες πηγές θα πρέπει να αντιπροσωπεύουν το 42,5% της ενεργειακής κατανάλωσης, γεγονός που σημαίνει ότι η ανάπτυξή τους θα πρέπει να επιταχυνθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, απαιτείται μέση ετήσια αύξηση περίπου 3,3% την περίοδο 2026-2030.
Στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας, την υψηλότερη επίδοση στην ΕΕ εμφανίζει η Σουηδία με 65,4%, αξιοποιώντας κυρίως στερεά βιομάζα, υδροηλεκτρικά και αιολικά. Ακολουθούν η Φινλανδία με 53% και η Δανία με 48,2%. Στην άλλη άκρη της κατάταξης βρίσκονται το Βέλγιο με 14,9%, η Σλοβακία με 16,3% και η Ιρλανδία με 17,2%.
Το «στοίχημα» της θέρμανσης και της ψύξης
Πιο αργή παραμένει η πράσινη μετάβαση στη θέρμανση και την ψύξη, έναν τομέα που εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα πεδία για την περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ.
Το 2025 το ποσοστό των ανανεώσιμων πηγών στους συγκεκριμένους τομείς έφθασε στο 27,4%, σημειώνοντας νέο υψηλό από την έναρξη των μετρήσεων. Το 2004 βρισκόταν μόλις στο 11,7%, ενώ σε σύγκριση με το 2024 καταγράφηκε άνοδος 0,7 ποσοστιαίας μονάδας.
Τα στοιχεία δείχνουν έτσι μια Ευρώπη που έχει κάνει το μεγαλύτερο άλμα στον ηλεκτρισμό, αλλά εξακολουθεί να χρειάζεται ταχύτερη πρόοδο σε άλλες χρήσεις ενέργειας.
Για την Ελλάδα, πάντως, η παρουσία στην πρώτη πεντάδα της ΕΕ στην πράσινη ηλεκτροπαραγωγή επιβεβαιώνει τη μεγάλη αλλαγή που έχει συντελεστεί στο εγχώριο ενεργειακό μείγμα και αναδεικνύει παράλληλα την ανάγκη το υψηλό μερίδιο των ΑΠΕ να συνοδευτεί από περισσότερη αποθήκευση, ισχυρότερα δίκτυα και μεγαλύτερη ευελιξία του ηλεκτρικού συστήματος.