Μενού Ροή
Ανάλυση για τις τιμές ρεύματος: Το ελληνικό παράδοξο του Αυγούστου – Ακριβότερα από τους προηγούμενους μήνες, αλλά φθηνότερα από όλη τη γειτονιά
Google Logo ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ENERGYMAG.GR ΩΣ ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΠΗΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ GOOGLE

Μια φαινομενικά αντιφατική εικόνα διαμορφώνεται στην ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας μέσα στον Αύγουστο. Οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά έχουν ανέβει αισθητά σε σχέση με τους προηγούμενους μήνες, ωστόσο η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει τη φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια μεταξύ των αγορών της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Την ίδια στιγμή, η μεγάλη διαφορά τιμών με τις χώρες που βρίσκονται βορειότερα οδηγεί σε πρωτοφανείς εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας, με τις σημερινές ροές να καταγράφουν νέο ιστορικό ρεκόρ.

Το παράδοξο είναι μόνο φαινομενικό. Στην πραγματικότητα, οι τρεις εξελίξεις –αύξηση της ελληνικής χονδρικής, συγκριτικά χαμηλότερες τιμές στην Ελλάδα και εκτίναξη των εξαγωγών– αποτελούν διαφορετικές όψεις του ίδιου φαινομένου: της μεγάλης ενεργειακής πίεσης που έχει αναπτυχθεί αυτό το καλοκαίρι στην ευρύτερη περιοχή.

Η Ελλάδα στα 120 ευρώ όταν η Ιταλία βρίσκεται στα 182

Τα στοιχεία του πρώτου δεκατριημέρου του Αυγούστου είναι αποκαλυπτικά. Η μέση τιμή στην ελληνική αγορά διαμορφώνεται στα 120 ευρώ/MWh, τη χαμηλότερη μεταξύ των εννέα αγορών που συγκρίνονται.

Στη Βουλγαρία η αντίστοιχη μέση τιμή βρίσκεται στα 136 ευρώ/MWh, στην Αυστρία στα 144 ευρώ, στη Ρουμανία στα 150 ευρώ, στην Ουγγαρία στα 151 ευρώ, σε Σλοβενία και Σλοβακία στα 152 ευρώ, ενώ στην Ιταλία εκτοξεύεται στα 182 ευρώ/MWh.

Η απόσταση είναι μεγάλη. Η ελληνική μέση τιμή είναι περίπου 12% χαμηλότερη από τη βουλγαρική, περίπου 20% χαμηλότερη από τη ρουμανική και σχεδόν 34% χαμηλότερη από την ιταλική.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η ηλεκτρική ενέργεια στην Ελλάδα είναι φθηνή με βάση τα επίπεδα των προηγούμενων μηνών. Το αντίθετο. Η χονδρική έχει μετακινηθεί σαφώς υψηλότερα, καθώς οι συνθήκες που επικρατούν στην ευρωπαϊκή αγορά επηρεάζουν αναπόφευκτα και το ελληνικό σύστημα.

Επομένως, η Ελλάδα είναι σήμερα ακριβότερη σε σχέση με τον πρόσφατο εαυτό της, αλλά φθηνότερη σε σχέση με τους γείτονές της.

Η ενεργειακή πίεση έρχεται από τον Βορρά

Το κλειδί για την κατανόηση των υψηλών τιμών βρίσκεται κυρίως στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Οι υψηλές θερμοκρασίες έχουν αυξήσει σημαντικά τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για ψύξη, την ώρα που σε αρκετές αγορές περιορίζεται η διαθέσιμη παραγωγή. Η μειωμένη υδροηλεκτρική παραγωγή, προβλήματα ή περιορισμοί στην πυρηνική παραγωγή και οι χαμηλότερες αποδόσεις ορισμένων μορφών ηλεκτροπαραγωγής δημιουργούν ένα πολύ πιο «σφιχτό» ενεργειακό ισοζύγιο.

Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο τις απογευματινές και κυρίως τις βραδινές ώρες. Όταν περιορίζεται απότομα η παραγωγή των φωτοβολταϊκών, το σύστημα πρέπει να καλύψει τη ζήτηση με ακριβότερες θερμικές μονάδες, με αποτέλεσμα η οριακή τιμή να ανεβαίνει απότομα.

Σε αυτό προστίθεται το αυξημένο κόστος του φυσικού αερίου. Όσο ακριβότερο γίνεται το καύσιμο που χρησιμοποιούν οι μονάδες συνδυασμένου κύκλου, τόσο αυξάνεται το κόστος της ηλεκτροπαραγωγής στις ώρες κατά τις οποίες το αέριο καθορίζει την οριακή τιμή.

Έτσι δημιουργείται ένα ανοδικό περιβάλλον σε ολόκληρη την περιοχή, το οποίο αναπόφευκτα περνά και στην ελληνική αγορά.

Γιατί όμως η Ελλάδα αντέχει καλύτερα

Η μεγάλη διαφοροποίηση της Ελλάδας βρίσκεται στην πλευρά της παραγωγής.

Το ελληνικό σύστημα διαθέτει πλέον πολύ μεγαλύτερη εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ, ιδιαίτερα φωτοβολταϊκών, ενώ τις ημέρες με ισχυρούς ανέμους η αιολική παραγωγή προσθέτει μεγάλες ποσότητες φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας στο σύστημα.

Ο συνδυασμός φωτοβολταϊκών, αιολικών και υδροηλεκτρικών μπορεί για πολλές ώρες να καλύπτει πολύ μεγάλο μέρος της εγχώριας κατανάλωσης. Παράλληλα, το σύστημα διαθέτει σύγχρονες και σχετικά αποδοτικές μονάδες φυσικού αερίου που μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες όταν υποχωρεί η παραγωγή των ΑΠΕ.

Αυτό δεν απομονώνει την Ελλάδα από την άνοδο των ευρωπαϊκών τιμών. Περιορίζει όμως την έντασή της.

Το αποτέλεσμα φαίνεται καθαρά στον πίνακα των τελευταίων ημερών. Στις 10 Αυγούστου, για παράδειγμα, η Ελλάδα βρισκόταν στα 104 ευρώ/MWh, όταν η Βουλγαρία ήταν στα 135 ευρώ, η Ρουμανία στα 156, η Ουγγαρία στα 157 και η Ιταλία στα 179 ευρώ/MWh.

Στις 13 Αυγούστου η απόκλιση έγινε ακόμη μεγαλύτερη: 96 ευρώ/MWh στην Ελλάδα, έναντι 138 ευρώ στη Βουλγαρία, 164 ευρώ στη Ρουμανία και την Ουγγαρία και 184 ευρώ στην Ιταλία.

Πρόκειται για τεράστιες διαφορές σε μια διασυνδεδεμένη ευρωπαϊκή αγορά.

Οι διαφορές τιμών ανοίγουν τον δρόμο στις εξαγωγές

Ακριβώς εδώ βρίσκεται η εξήγηση για το δεύτερο μεγάλο φαινόμενο των ημερών: την εκτίναξη των ελληνικών εξαγωγών.

Όταν η ηλεκτρική ενέργεια στην Ελλάδα κοστίζει 96 ευρώ/MWh και στη Βουλγαρία 138 ευρώ, υπάρχει ένα ισχυρό οικονομικό κίνητρο για να κινηθεί ενέργεια από τον Νότο προς τον Βορρά. Το ίδιο ισχύει ακόμη περισσότερο όταν πίσω από τη Βουλγαρία βρίσκονται αγορές όπως η Ρουμανία και η Ουγγαρία με τιμές άνω των 160 ευρώ/MWh.

Οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις λειτουργούν επομένως ως διάδρομος μέσω του οποίου το ελληνικό παραγωγικό πλεόνασμα κατευθύνεται προς τις ακριβότερες αγορές.

Και όσο μεγαλύτερο είναι το spread των τιμών, τόσο μεγαλύτερη είναι η οικονομική αξία της διαθέσιμης διασυνοριακής δυναμικότητας.

Νέο ιστορικό ρεκόρ εξαγωγών

Η τάση κορυφώνεται σήμερα, με την Ελλάδα να καταγράφει ιστορικό ρεκόρ ημερήσιων καθαρών εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας.

Οι καθαρές εξαγωγές φθάνουν περίπου τις 53,9 GWh, ξεπερνώντας ακόμη και το ρεκόρ της προηγούμενης ημέρας, όταν είχαν διαμορφωθεί στις 52,3 GWh.

Η Ελλάδα δεν εξάγει πλέον περιστασιακά μικρές ποσότητες λόγω συγκυριακών συνθηκών. Για μεγάλα χρονικά διαστήματα λειτουργεί ως καθαρός εξαγωγικός κόμβος ηλεκτρικής ενέργειας για τα Βαλκάνια, τροφοδοτώντας άμεσα τις γειτονικές χώρες και έμμεσα αγορές ακόμη βορειότερα.

Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς για πολλά χρόνια η κατεύθυνση των ροών ήταν αντίστροφη και η Ελλάδα αποτελούσε συστηματικά εισαγωγική αγορά.

Το νέο ενεργειακό τοπίο

Η εικόνα του Αυγούστου αποτυπώνει τελικά μια βαθύτερη αλλαγή που συντελείται στην ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Η ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ έχει αυξήσει σημαντικά τις ώρες κατά τις οποίες η χώρα διαθέτει πλεόνασμα φθηνότερης παραγωγής. Οι νέες και αναβαθμισμένες διασυνδέσεις επιτρέπουν μεγαλύτερες διασυνοριακές ροές, ενώ οι θερμικές μονάδες παρέχουν την απαιτούμενη ευελιξία όταν οι ΑΠΕ δεν επαρκούν.

Υπάρχει, ωστόσο, και η άλλη πλευρά. Η Ελλάδα παραμένει μέρος της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Όταν η Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη αντιμετωπίζει υψηλή ζήτηση και περιορισμένη παραγωγή, η πίεση μεταδίδεται μέσω των διασυνδέσεων και στην ελληνική αγορά. Αυτό εξηγεί γιατί η εγχώρια χονδρική μπορεί να ανεβαίνει ακόμη και όταν η χώρα διαθέτει πολύ υψηλή παραγωγή από ΑΠΕ.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας