Ο αναπληρωτής διευθυντής του ΕΣΠΕΝ, Κώστας Παπαμιχαήλ, μιλώντας στο EnergyMag, εξηγεί τι πρέπει να περιμένει η αγορά ενόψει του χειμώνα, πώς η άνοδος του φυσικού αερίου περνά στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και γιατί η σχέση μεταξύ των δύο αγορών αρχίζει να μεταβάλλεται.
Παράλληλα, αναλύει τη στροφή των καταναλωτών στα σταθερά τιμολόγια, επισημαίνοντας ότι τα «μπλε» δεν αποτελούν πανάκεια ως προς το κόστος, αλλά είναι ελκυστικά λόγω της ασφάλειας που παρέχουν. Ως βασικούς παράγοντες αβεβαιότητας για τους επόμενους μήνες ξεχωρίζει τις καιρικές συνθήκες και τις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Τι πρέπει να περιμένουν οι καταναλωτές από τις τιμές του ρεύματος τους επόμενους μήνες, ενόψει του χειμώνα; Ποια εικόνα διαμορφώνεται σήμερα στην ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας;
Πράγματι, τον τελευταίο μήνα και ειδικά τον Αύγουστο είδαμε μια σημαντική αύξηση στις τιμές του φυσικού αερίου, στις προθεσμιακές αγορές.
Αυτό ασφαλώς συνδέεται με τη γεωπολιτική κρίση και τις εξελίξεις, τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή αλλά και στην Ουκρανία. Αυτό προφανώς περνά άμεσα στις τιμές των καυσίμων και στην τιμή του φυσικού αερίου, οπότε κατ’ επέκταση και στην ηλεκτρική ενέργεια.
Η αλήθεια είναι ότι οι προβλέψεις είναι αρκετά δυσοίωνες, τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και διεθνών οργανισμών. Ακούμε πολλές προειδοποιήσεις για έναν δύσκολο χειμώνα και αυτό νομίζω ότι πράγματι αντικατοπτρίζεται στις τιμές.
Είναι κάτι που προκύπτει από τις τιμές όπως έχουν διαμορφωθεί και διαμορφώνονται στην αγορά του φυσικού αερίου. Η πραγματικότητα είναι ότι από την άνοιξη, με την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, υπήρξαν πολλές αναταράξεις στις αγορές. Υπήρχε ακόμη περιθώριο να απορροφηθούν, να το πω έτσι, και ενδεχομένως οι εκτιμήσεις που γίνονταν από την αγορά ήταν ότι η κατάσταση θα εξομαλυνθεί σχετικά γρήγορα. Φαίνεται όμως ότι αυτό δεν συμβαίνει.
Φαίνεται ότι η κρίση παρατείνεται και τώρα, δεδομένου ότι μπαίνουμε και στη χειμερινή περίοδο, το φυσικό αέριο θα είναι απαραίτητο και για τις ανάγκες θέρμανσης. Παράλληλα, υπάρχει το ζήτημα των αποθηκών στην Ευρώπη, οι οποίες δεν έχουν αναπληρωθεί ακόμη τουλάχιστον στο ποσοστό που αναπληρώνονταν αντίστοιχες περιόδους στο παρελθόν.
Αυτό σημαίνει ότι δημιουργούνται πιέσεις και από την πλευρά της ζήτησης. Εξ ου και οι δυσοίωνες προβλέψεις. Παραμένει, βέβαια, πολύ έντονη η μεταβλητότητα στις τιμές. Ακόμη και ειδήσεις ή εξελίξεις μέσα σε λίγες ημέρες μπορούν να επηρεάσουν τις τιμές. Τις τελευταίες ημέρες είδαμε, για παράδειγμα, μια αποκλιμάκωση των τιμών του TTF, που δείχνει λίγο μεγαλύτερη αισιοδοξία των αγορών ως προς την πιθανότητα εξομάλυνσης των συνθηκών και των ροών.
Συνολικά, όμως, νομίζω ότι τα πραγματικά δεδομένα δείχνουν ότι έχουν επηρεαστεί έντονα οι ροές φυσικού αερίου. Δεν μιλάμε, επομένως, μόνο για μια εκτίμηση της αγοράς ως προς το ρίσκο, αλλά και για πραγματικά δεδομένα που έχουν μειώσει τη διαθέσιμη προσφορά αερίου στην αγορά.
Από την άλλη, όλοι οι διεθνείς οργανισμοί και αναλυτές εκτιμούν ότι δεν τίθεται θέμα επάρκειας εφοδιασμού, δηλαδή να υπάρξει έλλειψη, αλλά προφανώς υπάρχει σημαντικός αντίκτυπος στις τιμές.
Εφόσον βλέπουμε αυτή την πίεση στις τιμές του φυσικού αερίου, αυτή αντικατοπτρίζεται και στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Τους τελευταίους δύο-τρεις μήνες έχουμε δει σημαντική αύξηση στις τιμές και ο Σεπτέμβριος έκλεισε σημαντικά υψηλότερα σε σχέση με τον Αύγουστο.
Βέβαια, υπήρχαν και κάποιες έκτακτες συνθήκες στην Ευρώπη, λόγω της ξηρασίας που επηρέασε και την παραγωγή των πυρηνικών. Υπήρχαν δηλαδή έκτακτες συνθήκες που πίεσαν τις τιμές. Γενικά, όμως, νομίζω ότι τις επιπτώσεις των αυξημένων τιμών του φυσικού αερίου τις βλέπουμε ήδη στη χονδρεμπορική αγορά. Είναι αναπόφευκτο να υπάρξει κάποια επίπτωση, όπως ήδη βλέπουμε.
Παρόλα αυτά, πρόσφατη ανάλυση της Eurelectric δείχνει ότι το ρεύμα έχει εμφανίσει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στο σοκ του φυσικού αερίου. Μπορούμε να μιλάμε για μια σταδιακή αποσύνδεση των τιμών ρεύματος και αερίου; Πόσο ισχυρή παραμένει η εξάρτηση, ειδικά στην ελληνική αγορά όπου αυξάνεται η συμβολή των ΑΠΕ; Και πώς κινούνται μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι προμηθευτές; Θα ήθελα ένα σχόλιό σας για την πρόσφατη κίνηση της ΔΕΗ στο μπλε τιμολόγιο.
Πράγματι, ένα βασικό μήνυμα είναι ότι ενισχύεται η ανθεκτικότητα των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με αυτές του φυσικού αερίου. Αυτό νομίζω ότι μπορούμε να το δούμε ακόμη και στην περίπτωση της Ελλάδας.
Από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος στο Ιράν, ουσιαστικά έχουμε έναν υπερδιπλασιασμό της τιμής του φυσικού αερίου. Ωστόσο, οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκαν σε σημαντικά μικρότερο ποσοστό. Αυτό νομίζω ότι δείχνει την ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής.
Στην υπόλοιπη Ευρώπη αυτό συνδέεται και με την αυξημένη διείσδυση της αποθήκευσης. Στην Ελλάδα δεν έχουμε δει ακόμη τα οφέλη της αποθήκευσης, γιατί βρισκόμαστε ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Εν γένει, όμως, θα έλεγα ότι αυτό δείχνει πως, για ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, η τιμή στη χονδρεμπορική αγορά διαμορφώνεται από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και από άλλες τεχνολογίες.
Σίγουρα, επομένως, μειώνεται ο βαθμός στον οποίο η τιμή διαμορφώνεται από τις μονάδες φυσικού αερίου.
Σε ό,τι αφορά τους προμηθευτές, από την άνοιξη και μετά είδαμε ότι αναγκάστηκαν να προσαρμόσουν τόσο τις προσφορές που έκαναν όσο και τις τιμές που έδιναν στα σταθερά τιμολόγια. Τα σταθερά τιμολόγια ήταν πολύ ανταγωνιστικά το προηγούμενο διάστημα. Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, όμως, άρχισαν να επηρεάζουν και το κόστος των προθεσμιακών συμβολαίων, δηλαδή το κόστος εξασφάλισης συγκεκριμένων ποσοτήτων που οι προμηθευτές θα μπορούσαν να διαθέσουν μέσω των σταθερών τιμολογίων.
Την περίοδο αυτή υπάρχει πράγματι η συγκεκριμένη προσφορά από τη ΔΕΗ, η οποία, από ό,τι καταλαβαίνω, έχει περιορισμένη διάρκεια, δηλαδή θα ισχύσει μέχρι το τέλος Οκτωβρίου. Φαίνεται επομένως ότι είναι κάτι παροδικό. Και αυτό είναι λογικό, καθώς η συγκεκριμένη προσφορά σε αυτό το τιμολόγιο της ΔΕΗ είναι ιδιαίτερα χαμηλή και απέχει πολύ από το κόστος της προημερήσιας αγοράς. Νομίζω ότι αναγκαστικά δημιουργεί μια κινητικότητα στην αγορά.
Ωστόσο, από την πλευρά μας, τουλάχιστον από την πλευρά του ΕΣΠΕΝ, προβληματιζόμαστε σε σχέση με αυτή την προσφορά και με αυτή την προσέγγιση από την πλευρά της ΔΕΗ, δεδομένου ότι αποτελεί τον δεσπόζοντα πάροχο στην αγορά και είναι το ιστορικό μονοπώλιο. Απολαμβάνει και αρκετές ειδικές, θα έλεγα, συνθήκες, που προέρχονται από το γεγονός ότι έχει ένα πολύ μεγάλο, ιστορικό πελατολόγιο.
Υπάρχει μια συγκεκριμένη δομή στην ελληνική αγορά. Υπήρχε καθετοποίηση, σίγουρα την περίοδο των λιγνιτικών μονάδων. Πλέον αυτές αποσύρονται, αλλά η ισχυρή θέση που διατηρεί συνεχίζεται με διάφορους τρόπους, οπότε είναι κάτι που μας προβληματίζει.
Μακροπρόθεσμα, μια τέτοια προσέγγιση από τον δεσπόζοντα πάροχο νομίζω ότι θέτει ένα θέμα βιωσιμότητας, από την άποψη ότι και η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Ενέργειας έχει αναγνωρίσει πως υπάρχει ένα όριο στο πόσοι καταναλωτές μπορούν να ενταχθούν στα μπλε τιμολόγια σε αυτές τις χαμηλές τιμές.
Αυτό σίγουρα δεν μπορεί να αποτελεί μια μακροπρόθεσμη λύση. Εν τέλει, νομίζω ότι το ζητούμενο, πέρα από την όποια βραχυπρόθεσμη μείωση της τιμής για όσους καταναλωτές μπορέσουν να ενταχθούν σε όποια ελκυστικά τιμολόγια προσφέρονται σήμερα, είναι να διασφαλίσουμε τη βιωσιμότητα και τον ανταγωνισμό της αγοράς μακροπρόθεσμα.
Το όφελος του καταναλωτή είναι μακροπρόθεσμο και περνά μέσα από μια υγιή και ανταγωνιστική αγορά σε βάθος χρόνου.
Τα σταθερά «μπλε» τιμολόγια κερδίζουν έδαφος και βλέπουμε παράλληλα μια σαφή τάση υπέρ της προβλεψιμότητας. Θεωρείτε ότι η στροφή των καταναλωτών προς τα σταθερά τιμολόγια θα συνεχιστεί; Μπορούν να αποτελέσουν μακροπρόθεσμη λύση;
Γενικώς υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση και στην Ευρώπη. Νομίζω ότι αυτό αποτυπώνεται και στην αναφορά του CEER και του ACER που δημοσιεύθηκε τις προηγούμενες ημέρες σχετικά με τις λιανικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Σε αρκετές χώρες της Ευρώπης η πλειονότητα των καταναλωτών βρίσκεται σε σταθερά τιμολόγια.
Όχι σε όλες, όμως. Υπάρχουν και πολλές χώρες που είναι αντίστοιχες με τη δική μας περίπτωση, όπου μεγάλο κομμάτι των καταναλωτών παραμένει σε κυμαινόμενα τιμολόγια.
Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια υπήρξε μια αλλαγή στον τρόπο τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας. Ουσιαστικά μπήκαμε σε ένα μοντέλο κυμαινόμενης τιμολόγησης, όπου το ρίσκο από τη διακύμανση της χονδρεμπορικής αγοράς κατά κάποιον τρόπο αποτυπωνόταν και στις τιμές της λιανικής.
Αυτό ξεκίνησε στο πλαίσιο της ρήτρας αναπροσαρμογής, η οποία ήταν ένα κομμάτι που ενσωματωνόταν στα τιμολόγια των προμηθευτών, των ιδιωτών παρόχων. Μετά υπήρξε μια μεγάλη αλλαγή και από την πλευρά της ΔΕΗ όσον αφορά αυτό, καθώς ουσιαστικά κατέστησαν και όλα τα τιμολόγια της ΔΕΗ κυμαινόμενα.
Υπήρξε μεταφορά των καταναλωτών στο πράσινο τιμολόγιο την περίοδο της κρίσης. Οπότε, τόσο μέσα από την αγορά και τους ιδιώτες προμηθευτές όσο και εν τέλει με τις αποφάσεις του δεσπόζοντος παρόχου αλλά και της Πολιτείας, είχαμε μια αλλαγή σκηνικού στην αγορά, όπου η πλειονότητα των τιμολογίων ήταν κυμαινόμενα.
Αυτό προφανώς για έναν καταναλωτή εμπεριέχει και ρίσκο. Η αλήθεια είναι ότι από την πλευρά του καταναλωτή αυτό που, νομίζω, θέλει να βλέπει και αξιολογεί υψηλά είναι η προβλεψιμότητα και η απλότητα των τιμολογίων.
Για να το πω αλλιώς, μια αγορά σημαίνει ότι ουσιαστικά ο προμηθευτής και η αγορά λιανικής διαχειρίζονται όλο αυτό το ρίσκο που υπάρχει σήμερα στη χονδρεμπορική αγορά για λογαριασμό του καταναλωτή και προσπαθούν να του προσφέρουν όσο το δυνατόν πιο απλά και βατά προϊόντα, τα οποία βρίσκονται πιο κοντά στις δικές του προτιμήσεις.
Νομίζω ότι ο λόγος που είδαμε αύξηση των μπλε τιμολογίων το προηγούμενο διάστημα ήταν ότι αποτέλεσαν και για τους ίδιους τους παρόχους ένα εργαλείο για την αύξηση του μεριδίου τους. Εφόσον μπορούσαν να δώσουν ανταγωνιστικές προσφορές για αυτά τα τιμολόγια, ήταν ιδιαίτερα ελκυστικά για έναν καταναλωτή. Όταν έβλεπε μια χαμηλή τιμή σε συνδυασμό με προβλεψιμότητα, ήταν ιδιαίτερα ελκυστικό και ουσιαστικά μπορούσε να προσελκύσει καινούργιους πελάτες για τους παρόχους.
Νομίζω ότι το γεγονός ότι πάμε προς μια μεγαλύτερη αύξηση των μπλε τιμολογίων και βλέπουμε αυτή την τάση είναι ένα δείγμα ωριμότητας και εξέλιξης της αγοράς.
Ωστόσο, το χαρακτηριστικό των μπλε τιμολογίων είναι ότι, επειδή προσφέρουν αυτή την προβλεψιμότητα, το λογικό είναι να περιέχουν και ένα premium όσον αφορά την τιμή, σε αντίθεση με ένα κυμαινόμενο τιμολόγιο.
Αν κάνει κανείς την αξιολόγηση σε επίπεδο έτους, κοιτώντας πίσω για παράδειγμα, το λογικό είναι η σταθερή επιλογή να είναι κάτι ακριβότερο από το κυμαινόμενο στο σύνολο του έτους, διότι δίνει αυτή την ασφάλεια. Και προφανώς αυτό έχει να κάνει και με το κόστος στο οποίο οι προμηθευτές μπορούν να δεσμεύουν αυτές τις ποσότητες στη χονδρεμπορική αγορά.
Το γεγονός ότι είχαμε δει πολύ ανταγωνιστικές τιμές στα μπλε το προηγούμενο διάστημα και συνεχίζουμε να το βλέπουμε σε σχέση με τα κίτρινα είναι πραγματικά παράδοξο.
Οπότε θα έλεγα ότι, από άποψη τιμολογιακή και από άποψη κόστους, οι επιλογές των μπλε τιμολογίων δεν αποτελούν απαραίτητα πανάκεια. Νομίζω όμως ότι σίγουρα είναι ελκυστικές και μόνο για το γεγονός της προβλεψιμότητας που δίνουν.
Κλείνοντας, ποιος θεωρείτε ότι είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την αγορά και τις τιμές τον φετινό χειμώνα; Και ποιοι παράγοντες θα μπορούσαν να ανατρέψουν τη σημερινή εικόνα;
Πέρα από τα έκτακτα γεγονότα που μπορεί να προκύψουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως για παράδειγμα κάποιες τεχνικές ή άλλες διακοπές που μπορεί να υπάρξουν στην παραγωγή, τα οποία είναι παροδικά, νομίζω ότι η βασική παράμετρος που αποτελεί πηγή αβεβαιότητας έχει να κάνει με τον καιρό και με το τι θα σημαίνει αυτό για τις ανάγκες θέρμανσης, τόσο για τη χώρα μας όσο και για την υπόλοιπη Ευρώπη, όπου είναι πολύ μεγαλύτερες οι ποσότητες που καταναλώνονται για θέρμανση.
Σίγουρα, λοιπόν, ένας παράγοντας είναι ο καιρός και μάλιστα νομίζω ότι είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που διαφοροποιούν και τις προβλέψεις της αγοράς για την πορεία και την τιμή του φυσικού αερίου το επόμενο διάστημα.
Σαφώς υπάρχει και το γεωπολιτικό ζήτημα, το οποίο νομίζω ότι στην παρούσα φάση, εάν υπάρξει κάποια διαφοροποίηση σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα, μόνο προς τη θετική κατεύθυνση μπορεί να είναι. Προφανώς και αυτός είναι ένας άλλος παράγοντας.
Θα έλεγα, επομένως, ότι κυρίως έχει να κάνει με τις καιρικές συνθήκες που επηρεάζουν τη ζήτηση και μπορούν είτε να επιτείνουν είτε να κάνουν πιο ομαλές τις συνθήκες. Και σαφώς υπάρχει και το γεωπολιτικό περιβάλλον, το οποίο ήδη είναι αρκετά δυσμενές.
Ενδεχομένως μια λύση σε γεωπολιτικό επίπεδο, η οποία όμως δεν φαίνεται να είναι πολύ πιθανή, θα οδηγούσε προφανώς και σε μια αποκλιμάκωση.