Αξιοσημείωτη πρόοδο στην επιτάχυνση των νέων συνδέσεων ηλεκτρικής ενέργειας καταγράφει ο ΔΕΔΔΗΕ, με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία να δείχνουν ότι ο απαιτούμενος χρόνος για την ολοκλήρωση μιας σύνδεσης έχει περιοριστεί σχεδόν στο μισό μέσα σε μία τετραετία. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στις παρεμβάσεις που έχει υλοποιήσει ο Διαχειριστής στις εσωτερικές του διαδικασίες, ωστόσο πλέον το μεγαλύτερο μέρος των καθυστερήσεων φαίνεται να συνδέεται με εξωγενείς παράγοντες και κυρίως με τις διαδικασίες αδειοδότησης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΕΔΔΗΕ, ο μέσος χρόνος ολοκλήρωσης νέων συνδέσεων στο δίκτυο διανομής μειώθηκε από τις 145 ημερολογιακές ημέρες το 2021 στις 77 ημέρες το 2025, ενώ ο στόχος που έχει τεθεί για το 2026 είναι να περιοριστεί περαιτέρω στις 55 ημέρες. Η βελτίωση ήταν σταδιακή, καθώς ο αντίστοιχος δείκτης είχε διαμορφωθεί στις 127 ημέρες το 2022, στις 107 ημέρες το 2023 και στις 98 ημέρες το 2024.
Οι χρόνοι αυτοί αφορούν νέες συνδέσεις κατοικιών, επαγγελματικών εγκαταστάσεων, επιχειρήσεων και γενικότερα κάθε νέα παροχή που απαιτεί έργα σύνδεσης με το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας.
Η αδειοδότηση μετατρέπεται στον βασικό παράγοντα καθυστέρησης
Στον ΔΕΔΔΗΕ εκτιμούν ότι πλέον η κύρια πρόκληση δεν αφορά την εκτέλεση των ίδιων των τεχνικών εργασιών, αλλά τις εγκρίσεις που απαιτούνται πριν από την έναρξή τους. Σε αρκετές περιπτώσεις προηγούνται άδειες εκσκαφής, κυκλοφοριακές ρυθμίσεις ή εγκρίσεις από δήμους, περιφέρειες και άλλους δημόσιους φορείς, διαδικασίες που μπορούν να παρατείνουν σημαντικά τον συνολικό χρόνο ολοκλήρωσης ενός έργου, ακόμη και όταν ο Διαχειριστής είναι έτοιμος να προχωρήσει στην υλοποίηση.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει ότι, μετά τις βελτιώσεις στις επιχειρησιακές λειτουργίες του οργανισμού, το επόμενο πεδίο παρέμβασης αφορά κυρίως τον καλύτερο συντονισμό μεταξύ των εμπλεκόμενων υπηρεσιών, ώστε να περιοριστούν τα διοικητικά εμπόδια που εξακολουθούν να επιβαρύνουν τις επενδύσεις και τις νέες ηλεκτροδοτήσεις.
Τα σύνθετα έργα εξακολουθούν να επηρεάζουν τους συνολικούς δείκτες
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση που πραγματοποιεί ο Διαχειριστής για τις περιπτώσεις έργων υψηλής πολυπλοκότητας. Όπως επισημαίνεται, ένας σχετικά περιορισμένος αριθμός απαιτητικών συνδέσεων επηρεάζει δυσανάλογα τον συνολικό μέσο χρόνο ολοκλήρωσης.
Πρόκειται για έργα που προϋποθέτουν εκτεταμένες παρεμβάσεις στο δίκτυο, την κατασκευή νέων υποσταθμών ή σημαντικές επεκτάσεις των υποδομών, με αποτέλεσμα η ολοκλήρωσή τους να απαιτεί σημαντικά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε σχέση με τις συνήθεις συνδέσεις.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο σταθμισμένος μέσος χρόνος για το σύνολο των έργων διαμορφώνεται στις 51 ημέρες. Ωστόσο, εάν εξαιρεθούν αυτές οι λίγες αλλά ιδιαίτερα σύνθετες υποθέσεις, ο αντίστοιχος χρόνος περιορίζεται στις περίπου 20 ημέρες, στοιχείο που αποτυπώνει ότι η μεγάλη πλειονότητα των νέων συνδέσεων ολοκληρώνεται πλέον σε αισθητά συντομότερα χρονικά διαστήματα.
Κοντά στα ευρωπαϊκά επίπεδα οι επιδόσεις
Τα στοιχεία του ΔΕΔΔΗΕ δείχνουν επίσης ότι η Ελλάδα προσεγγίζει πλέον τις επιδόσεις αρκετών ευρωπαϊκών χωρών ως προς τον χρόνο υλοποίησης νέων συνδέσεων.
Στη Γερμανία οι αντίστοιχοι χρόνοι κυμαίνονται συνήθως από πέντε έως οκτώ εβδομάδες, στην Ελλάδα από οκτώ έως δώδεκα εβδομάδες, στην Ισπανία από εννέα έως δώδεκα εβδομάδες, ενώ στη Γαλλία μπορεί να φτάσουν από εννέα έως και είκοσι έξι εβδομάδες. Στην Ολλανδία, ανάλογα με την πολυπλοκότητα κάθε έργου, οι χρόνοι ολοκλήρωσης μπορούν να εκτείνονται ακόμη και από είκοσι έξι έως πενήντα δύο εβδομάδες.
Παρότι οι άμεσες συγκρίσεις μεταξύ των χωρών πρέπει να γίνονται με προσοχή, λόγω των διαφορετικών κανονιστικών πλαισίων και αδειοδοτικών διαδικασιών που εφαρμόζονται, η συνολική εικόνα δείχνει ότι η Ελλάδα έχει περιορίσει σημαντικά την απόστασή της από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το επόμενο βήμα, σύμφωνα με τα δεδομένα του Διαχειριστή, είναι η περαιτέρω επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων και η αποτελεσματικότερη διαχείριση των σύνθετων έργων, που εξακολουθούν να επιβαρύνουν τους συνολικούς χρόνους υλοποίησης.
Παράλληλη ενίσχυση στις υποδομές του Δικτύου
Την ίδια ώρα, ο ΔΕΔΔΗΕ προχωρά στην ολοκλήρωση ενός από τα μεγαλύτερα έργα εκσυγχρονισμού του Δικτύου Διανομής, το οποίο αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τη δυνατότητα εξυπηρέτησης νέων συνδέσεων τα επόμενα χρόνια.
Πρόκειται για το μεγαλύτερο πρόγραμμα επαύξησης ισχύος σε Υποσταθμούς 150/20 kV που έχει υλοποιηθεί μέχρι σήμερα στη χώρα, με παρεμβάσεις σε συνολικά 14 υποσταθμούς και προσθήκη 725 MVA νέας ισχύος στο δίκτυο. Το έργο, που χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αυξάνει τον διαθέσιμο ηλεκτρικό χώρο για τη σύνδεση νέων έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ενώ δημιουργεί και τις προϋποθέσεις για την ένταξη περισσότερων μονάδων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Η ενίσχυση της ισχύος υλοποιείται είτε με την εγκατάσταση νέων μετασχηματιστών είτε με την αντικατάσταση υφιστάμενων από μεγαλύτερης ισχύος, ενώ παράλληλα επεκτείνονται οι εγκαταστάσεις Μέσης Τάσης, ώστε να μπορούν να εξυπηρετήσουν περισσότερες συνδέσεις και νέα ενεργειακά έργα.
Μέχρι σήμερα έχουν ήδη τεθεί σε λειτουργία οι παρεμβάσεις σε εννέα υποσταθμούς, μεταξύ των οποίων στα Ιωάννινα, τη Φλώρινα, την Εορδαία, τα Μέγαρα, τον Δομοκό, την Πύλο και τα Οινόφυτα, ενώ οι εργασίες στους υπόλοιπους πέντε έχουν ολοκληρωθεί και η ηλεκτρισή τους αναμένεται εντός του έτους.
Με την ολοκλήρωση του προγράμματος, ο ΔΕΔΔΗΕ εκτιμά ότι θα ενισχυθεί σημαντικά η δυνατότητα του Δικτύου να υποδέχεται νέα έργα καθαρής ενέργειας, βελτιώνοντας παράλληλα την αξιοπιστία, την ευελιξία και την ασφάλεια τροφοδοσίας του ηλεκτρικού συστήματος.