Νέα παρέμβαση στη δημόσια συζήτηση για την ενεργειακή μετάβαση και τις περικοπές της πράσινης ενέργειας έκανε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, επιχειρώντας να απαντήσει στην κριτική ότι η Ελλάδα καθυστέρησε να επενδύσει στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας.
Με μια σειρά αναρτήσεων, ο κ. Τσάφος υποστηρίζει ότι η εικόνα είναι πιο σύνθετη από όσο παρουσιάζεται και ότι μια βιαστική επιδότηση έργων αποθήκευσης πριν από λίγα χρόνια θα είχε σημαντικό κόστος για τους καταναλωτές και τους φορολογούμενους.
«Οι μπαταρίες γίνονται συνεχώς φθηνότερες»
Ο υφυπουργός επισημαίνει ότι το κόστος των μπαταριών έχει υποχωρήσει κατά 32% το 2025 σε σχέση με το 2021, υπογραμμίζοντας ότι η τεχνολογία βρίσκεται ακόμη σε φάση ταχείας αποκλιμάκωσης του κόστους.
«Αν τρέχαμε να επιδοτήσουμε τις μπαταρίες πολύ νωρίς, θα τις χρυσοπληρώναμε, όπως συνέβη πριν από 15 χρόνια με τα φωτοβολταϊκά», αναφέρει χαρακτηριστικά, δίνοντας το στίγμα της κυβερνητικής προσέγγισης.
Η τοποθέτηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η συζήτηση για την ανάγκη ταχύτερης ανάπτυξης έργων αποθήκευσης έχει επανέλθει στο προσκήνιο, καθώς οι περικοπές παραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αυξάνονται και οι ώρες μηδενικών ή ακόμη και αρνητικών τιμών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας πολλαπλασιάζονται.
Γιατί «πετάμε» πράσινη ενέργεια
Ο κ. Τσάφος αναγνωρίζει ότι η χώρα καταγράφει αυξανόμενες περικοπές καθαρής ενέργειας, ωστόσο εξηγεί ότι το φαινόμενο αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό αναπόφευκτο στο σημερινό στάδιο της ενεργειακής μετάβασης.
Όπως σημειώνει, η παραγωγή από φωτοβολταϊκά είναι σήμερα σημαντικά φθηνότερη από την αποθήκευση, με αποτέλεσμα οι επενδύσεις σε νέα έργα ΑΠΕ να αυξάνονται ταχύτερα από τις επενδύσεις σε μπαταρίες.
«Μέχρι να γίνει πολύ φθηνότερη η αποθήκευση, είναι δύσκολο να έχουμε μηδενικές περικοπές», αναφέρει, υποστηρίζοντας ότι το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται σε όλες τις ευρωπαϊκές αγορές με υψηλή διείσδυση φωτοβολταϊκών.
Οι μηδενικές τιμές μειώνουν το κόστος του ρεύματος
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τοποθέτησή του σχετικά με το κατά πόσο οι μηδενικές τιμές στη χονδρική αγορά μεταφράζονται σε όφελος για τον καταναλωτή.
Ο υφυπουργός απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι οι καταναλωτές δεν επωφελούνται από τις ώρες υπερπαραγωγής, υπογραμμίζοντας ότι οι χαμηλές και μηδενικές τιμές συμπιέζουν τον μέσο όρο της χονδρεμπορικής αγοράς.
Επικαλείται, μάλιστα, τα στοιχεία του Ιουνίου, σύμφωνα με τα οποία η μέση τιμή στη χονδρική αγορά διαμορφώθηκε στα 93 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σημειώνοντας ότι χωρίς τις μηδενικές τιμές κατά τις μεσημβρινές ώρες το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας θα ήταν αισθητά υψηλότερο.
Το επιχείρημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια συγκυρία κατά την οποία η Ελλάδα εμφανίζει μία από τις χαμηλότερες μέσες τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τι έχει γίνει μέχρι σήμερα για την αποθήκευση
Απαντώντας στην κριτική περί καθυστερήσεων, ο κ. Τσάφος παραθέτει το πλέγμα μέτρων που έχουν ήδη ενεργοποιηθεί για την ανάπτυξη έργων αποθήκευσης:
- Τρεις διαγωνισμούς για μπαταρίες, με χρηματοδότηση 150 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης.
- Στήριξη της αντλησιοταμίευσης με πόρους 250 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης.
- Χορήγηση όρων σύνδεσης για μονάδες αποθήκευσης σε θερμικούς παραγωγούς.
- Δυνατότητα προσθήκης συστημάτων αποθήκευσης σε έργα ΑΠΕ.
- Πρόσκληση για ανάπτυξη έργων μπαταριών που θα λειτουργούν απευθείας στην αγορά.
- Προγράμματα για μπαταρίες αυτοκατανάλωσης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο βασικός ρόλος της αποθήκευσης είναι να μεταφέρει τη φθηνή ηλεκτρική ενέργεια των μεσημβρινών ωρών στις βραδινές ώρες, περιορίζοντας την ανάγκη λειτουργίας μονάδων φυσικού αερίου και εξομαλύνοντας τις διακυμάνσεις των τιμών.
Η μεγάλη συζήτηση της επόμενης ημέρας
Οι νέες παρεμβάσεις του Νίκου Τσάφου αναδεικνύουν το κεντρικό δίλημμα της ενεργειακής μετάβασης: πόσο γρήγορα πρέπει να αναπτυχθεί η αποθήκευση και ποιο είναι το αποδεκτό κόστος για τους καταναλωτές.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι επέλεξε μια πιο προσεκτική στρατηγική, περιμένοντας τη μείωση του κόστους των μπαταριών πριν διαθέσει σημαντικούς δημόσιους πόρους. Από την άλλη πλευρά, παράγοντες της αγοράς επιμένουν ότι η ταχύτερη ανάπτυξη έργων αποθήκευσης θα μπορούσε να είχε περιορίσει νωρίτερα τις περικοπές πράσινης ενέργειας και τις μεγάλες διακυμάνσεις των τιμών.