Αύξηση κατά περίπου 65% της παγκόσμιας ζήτησης για υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) έως το 2050 προβλέπει η Shell, εκτιμώντας ότι η Ασία θα αποτελέσει τον βασικό μοχλό ανάπτυξης της αγοράς, καθώς οι χώρες της περιοχής επιδιώκουν να αντικαταστήσουν τον άνθρακα με καύσιμα χαμηλότερων εκπομπών, ενώ η ραγδαία ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων (data centres) ενισχύει τη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια.
Σύμφωνα με την έκθεση LNG Outlook 2026, η παγκόσμια κατανάλωση LNG αναμένεται να προσεγγίσει τα 700 εκατ. τόνους ετησίως έως το 2050.
Το παγκόσμιο εμπόριο LNG ανήλθε σε 422 εκατ. τόνους το 2025 και αρχικά εκτιμάτο ότι θα αυξηθεί το 2026. Ωστόσο, οι σοβαρές διαταραχές στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ, εξαιτίας της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, έχουν περιορίσει περίπου το 20% της μηνιαίας παγκόσμιας προσφοράς LNG.
Η Shell εκτιμά ότι, εφόσον η διέλευση των πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ αποκατασταθεί κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, το παγκόσμιο εμπόριο LNG το 2026 θα διαμορφωθεί περίπου στα επίπεδα του προηγούμενου έτους, πριν επανέλθει σε αναπτυξιακή τροχιά το 2027.
«Η σύγκρουση προκάλεσε ένα σοκ σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα, με επιπτώσεις σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Ωστόσο, η βιομηχανία του LNG απέδειξε ότι διαθέτει την ανθεκτικότητα και την ευελιξία να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς», δήλωσε ο πρόεδρος του τομέα Integrated Gas της Shell, Σέντερικ Κρέμερς.
Η εταιρεία επισημαίνει ότι η ενίσχυση της παγκόσμιας παραγωγικής δυναμικότητας LNG και των υποδομών επαναεριοποίησης έχει αυξήσει την ανθεκτικότητα της αγοράς, περιορίζοντας τις επιπτώσεις από τις διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Παράλληλα, η έναρξη λειτουργίας νέων μονάδων υγροποίησης στη Βόρεια Αμερική, η βελτίωση της απόδοσης των υφιστάμενων εγκαταστάσεων και η επιβράδυνση των εισαγωγών LNG στην Ασία συνέβαλαν στην αντιστάθμιση της μειωμένης προσφοράς από τη Μέση Ανατολή.
Παρότι οι τιμές spot του LNG στην Ασία ξεπέρασαν τα 20 δολάρια ανά εκατομμύριο βρετανικές θερμικές μονάδες (MMBtu) στο αποκορύφωμα της κρίσης, παρέμειναν αισθητά χαμηλότερες από τα επίπεδα του 2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, γεγονός που, σύμφωνα με τη Shell, καταδεικνύει τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της αγοράς.
Η εταιρεία εκτιμά ότι έως το 2030 θα προστεθούν στην αγορά περίπου 180 εκατ. τόνοι νέας ετήσιας δυναμικότητας LNG, γεγονός που θα βελτιώσει τη διαθεσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα του καυσίμου, διευρύνοντας παράλληλα τη χρήση του σε νέες αγορές.
Οι προβλέψεις δείχνουν ότι η Νότια και η Νοτιοανατολική Ασία θα απορροφούν περίπου το 40% των παγκόσμιων εισαγωγών LNG έως το 2050, καθώς η ενεργειακή ζήτηση στην περιοχή αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς και οι κυβερνήσεις επιδιώκουν τη σταδιακή απεξάρτηση από τον άνθρακα.
Στις ώριμες αγορές της Ασίας, όπως η Ιαπωνία, τα κέντρα δεδομένων αναδεικνύονται σε νέα σημαντική πηγή ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας.
Παράλληλα, η Shell εκτιμά ότι το LNG θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, συμβάλλοντας στην εξισορρόπηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καθώς η εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου συνεχίζει να μειώνεται.
Για την κάλυψη της αυξανόμενης ζήτησης θα απαιτηθούν σημαντικές επενδύσεις σε νέα έργα εξαγωγής LNG κατά τις δεκαετίες του 2030 και του 2040. Σύμφωνα με την έκθεση, θα χρειαστούν επιπλέον περίπου 200 εκατ. τόνοι ετήσιας δυναμικότητας υγροποίησης, πέραν των έργων που βρίσκονται ήδη υπό κατασκευή.
«Παρά την ανάγκη για νέες επενδύσεις τόσο στην προσφορά όσο και στις υποδομές, οι μακροπρόθεσμες προοπτικές της αγοράς παραμένουν ισχυρές και το LNG θα συνεχίσει να αποτελεί βασικό παράγοντα σταθερότητας του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος», υπογράμμισε ο Κρέμερς.