Οι παγκόσμιες αγορές φυσικού αερίου αναμένεται να κινηθούν προς σταθεροποίηση μέσα στο τρίτο τρίμηνο, μετά την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ στο πλαίσιο της εκεχειρίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, σύμφωνα με τον γενικό γραμματέα του Φόρουμ Χωρών Εξαγωγής Φυσικού Αερίου (GECF), Φίλιπ Μσελμπίλα.
Μιλώντας στο Reuters Global Energy Forum στη Νέα Υόρκη, ο επικεφαλής του οργανισμού εκτίμησε ότι, εφόσον η ναυσιπλοΐα στα Στενά παραμείνει ανεμπόδιστη, η αγορά φυσικού αερίου θα αρχίσει να επανέρχεται σε πιο σταθερές συνθήκες στο επόμενο τρίμηνο.
Το GECF εκπροσωπεί μερικές από τις μεγαλύτερες χώρες εξαγωγής φυσικού αερίου παγκοσμίως, μεταξύ των οποίων η Αλγερία, η Αίγυπτος, η Νιγηρία, το Κατάρ, η Ρωσία και η Βενεζουέλα, οι οποίες συγκεντρώνουν περίπου το 70% των παγκόσμιων αποδεδειγμένων αποθεμάτων.
Η πρόσφατη σύρραξη στο Ιράν προκάλεσε σημαντικές διαταραχές στις ροές ενέργειας από τη Μέση Ανατολή, οδηγώντας τις διεθνείς τιμές σε υψηλά επίπεδα πολλών ετών. Κυβερνήσεις παγκοσμίως αντέδρασαν με μέτρα στήριξης, όπως η χρήση στρατηγικών αποθεμάτων και πολιτικές εξοικονόμησης ενέργειας.
Πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών στα τέλη Φεβρουαρίου, οι αγορές προέβλεπαν συνεχή αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης φυσικού αερίου την επόμενη δεκαετία, λόγω της σταδιακής μετάβασης πολλών χωρών, ιδίως στην Ασία, από τον άνθρακα στο φυσικό αέριο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο Μσελμπίλα εκτίμησε ότι τόσο οι ροές όσο και οι τιμές θα επανέλθουν κοντά στα προ της κρίσης επίπεδα έως το τέταρτο τρίμηνο, αν και οι ασιατικές τιμές ενδέχεται να παραμείνουν υψηλότερες βραχυπρόθεσμα.
Οι τιμές του LNG είχαν εκτοξευθεί τον Μάρτιο του 2026 στην Ευρώπη και την Ασία στα υψηλότερα επίπεδα από την ενεργειακή κρίση του 2022–2023, που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο μεγαλύτερος εξαγωγέας υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), ενώ ακολουθούν το Κατάρ και η Αυστραλία. Παράλληλα, αρκετές αφρικανικές χώρες αναμένεται να ενισχύσουν σημαντικά την παραγωγή τους τα επόμενα χρόνια, συμβάλλοντας σε πιέσεις αποκλιμάκωσης των τιμών.
Για την Κίνα, ο επικεφαλής του GECF σημείωσε ότι η ζήτηση για LNG θα συνεχίσει να αυξάνεται, παρά την ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών ενέργειας, την εγχώρια παραγωγή και τις εισαγωγές μέσω αγωγών από τη Ρωσία.
Η μετάβαση από τον άνθρακα στο φυσικό αέριο αναμένεται να συνεχιστεί, ενισχύοντας περαιτέρω τη ζήτηση της χώρας.
Τέλος, αναφορικά με τους νέους ευρωπαϊκούς κανόνες για τις εισαγωγές LNG που σχετίζονται με τις εκπομπές μεθανίου, ο Μσελμπίλα υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να επιβάλλει παγκόσμιους κανονισμούς, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί κοινή προτεραιότητα.
Όπως ανέφερε, απαιτείται διάλογος για ρεαλιστικές ρυθμίσεις, τονίζοντας ότι «ό,τι δεν αγοράζει η Ευρώπη θα καταναλωθεί αλλού».
Πηγή: Reuters