Απομακρύνεται η λήψη της τελικής επενδυτικής απόφασης της Enerwave (θυγατρική της Helleniq Energy) για το FSRU Θεσσαλονίκης (πλωτός σταθμός αποθήκευσης και αεριοποίησης), με τις προβλέψεις για την υλοποίηση του project (εκτιμώμενου ύψους 150 – 200 εκατ. ευρώ) να χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό αστάθειας.
Με δεδομένο το πολεμικό κλίμα που αναμφίβολα δεν βοηθά στη γρήγορη λήψη μεγίστης σημασίας επενδυτικών αποφάσεων και ενώ η ενεργειακή κρίση ολοένα και βαθαίνει όσο δεν παύουν οι εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή, η ετυμηγορία για την τύχη του FSRU Θεσσαλονίκης μάλλον θα αργήσει να εκδοθεί, αν και εκτιμάται πως μέχρι το τέλος του έτους θα έχουμε πιο ξεκάθαρη εικόνα.
Σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί ο Κάθετος Διάδρομος (ειδικά μετά την διασφάλιση ανταγωνιστικών τιμών σε μακροπρόθεσμη βάση) να φέρνει πιο κοντά την αγκυροβόληση του FSRU Θεσσαλονίκης, ανοίγοντας νέους ορίζοντες και νέες δυνατότητες για την Helleniq Energy, ωστόσο και πάλι η απόφαση για την υψηλού ρίσκου επένδυση δεν είναι εύκολο να ληφθεί καθώς κάποιος πρέπει… να πληρώσει τον λογαριασμό στο τέλος.
Υπό αυτό το πρίσμα, και η Θεσσαλονίκη, πέρα από την Αλεξανδρούπολη, μπορεί να συμμετάσχει στο πολλά υποσχόμενο ενεργειακό τόξο που σχηματίζεται στη Βόρεια Ελλάδα η οποία καθίσταται νευραλγική ενεργειακή δίοδος για την Ευρώπη.
Με την ΕΕ να έχει θέσει σαν στόχο την πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο έως το 2028, η Ελλάδα καλείται να καλύψει το κενό, με υγροποιημένο αέριο (LNG) που θα φτάνει από τις ΗΠΑ στο FSRU Αλεξανδρούπολης και θα… ταξιδεύει, διασχίζοντας τον Κάθετο Διάδρομο, έως το Κίεβο ικανοποιώντας τις ενεργειακές ανάγκες της Ουκρανίας και αναβαθμίζοντας το ενεργειακό αποτύπωμα της χώρας μας.
Παράγοντας που μπορεί να ξεκλειδώσει το project η ισχυροποίηση του Κάθετου Διαδρόμου
Ο Κάθετος διάδρομος αποτελεί μια εναλλακτική οδό για την μεταφορά φυσικού αερίου από την Ελλάδα μέσω Βουλγαρίας και Ρουμανίας έως την Μολδαβία και την Ουκρανία και έχει την θερμή υποστήριξη τόσο από την ΕΕ, όσο και από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, με απώτερο στόχο την ταχεία απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο και την ενδυνάμωση της ενεργειακής ασφάλειας της περιοχής.
Ζωτικό στοιχείο του Διαδρόμου είναι ο άξονας Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία. Στη συνέχεια, το παζλ συμπληρώνουν δύο κλάδοι, ο δυτικός (Ρουμανία, Ουγγαρία, Σλοβακία) και ο ανατολικός (Ρουμανία, Μολδαβία, Ουκρανία). Στη σχετική πρωτοβουλία συμμετέχουν οι Διαχειριστές των επτά αντίστοιχων χωρών (μεταξύ των οποίων και ο ΔΕΣΦΑ), η Gastrade (φορέας λειτουργίας και διαχείρισης του FSRU Αλεξανδρούπολης) και η κοινοπραξία ICGB που διαχειρίζεται τον Διασυνδετήριο Αγωγό Ελλάδας-Βουλγαρίας (IGB).
Αξίζει να σημειωθεί πως κεντρικό στοιχείο της πρόσφατης συμφωνίας είναι η υιοθέτηση μιας νέας, εναρμονισμένης μεθοδολογίας τιμολόγησης σε όλο το μήκος του Διαβαλκανικού άξονα, πλήρως συμβατής με το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο. Μέσω αυτής, επιχειρείται η δημιουργία ενός ενιαίου και διαφανούς συστήματος χρεώσεων, που θα μειώνει τις ασυμμετρίες μεταξύ των επιμέρους αγορών και θα ενισχύει τη συνοχή του Διαδρόμου ως ενιαίας ενεργειακής διαδρομής.
Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον εμπλουτισμό των διαθέσιμων προϊόντων δυναμικότητας. Για πρώτη φορά, οι Διαχειριστές θα προσφέρουν πλήρες φάσμα επιλογών – από βραχυπρόθεσμα έως ετήσια προϊόντα – με ορίζοντα εφαρμογής το έτος φυσικού αερίου 2026-2027. Η εξέλιξη αυτή θα ενισχύσει σημαντικά την ευελιξία των χρηστών και θα διευκολύνει τον πιο αποδοτικό σχεδιασμό των εμπορικών ροών.
Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό
Yπό αυτό το πρίσμα, ο γεωπολιτικός και γεωστρατηγικός παράγοντας ναι μεν παίζει τον δικό του ρόλο αλλά μέχρι ένα σημείο με την εμπορική βιωσιμότητα του project να κρίνει στο τέλος τα πάντα.
Πάντως εφόσον η Helleniq Energy ανάψει το πράσινο φως είναι πιθανό να διεκδικήσει και ευρωπαϊκή στήριξη για το έργο που αν προχωρήσει θα επιτρέψει διευρυμένη πρόσβαση στις αγορές φυσικού αερίου, αποτελώντας ταυτόχρονα σημείο εφοδιασμού πλοίων με καύσιμο LNG για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Σε κάθε περίπτωση, θα αξιολογηθούν όλα τα υπέρ και τα κατά της επένδυσης καθώς η διεθνής γεωπολιτική και γεωοικονομική αβεβαιότητα όσον αφορά τις τιμές του φυσικού αερίου βάζει στο τραπέζι τον παράγοντα της ενεργειακής θωράκισης της χώρας σε καιρούς ιδιαίτερα ασταθείς, με την μία κρίση να διαδέχεται την άλλη.
Με τις ενεργειακές εξελίξεις να είναι ιδιαίτερα πυκνές το τελευταίο διάστημα, η ανάγκη για περισσότερες υποδομές FSRU καθίσταται επιτακτική στο φόντο της απεξάρτησης της χώρας μας από το ρωσικό αέριο, με την Ελλάδα να αποτελεί την κύρια πύλη εισόδου αμερικανικού υγροποιημένου αερίου στην Ευρώπη.
Το τελευταίο διάστημα η γεωστρατηγική, γεωενεργειακή και γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας με τις ΗΠΑ αρωγούς φάνηκε να γέρνουν προς το «ναι» την ζυγαριά για να τρέξει η επένδυση αλλά ακόμα και με τις καλύτερες προϋποθέσεις εκφράζονται ζωηρές αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα ενός αναμφίβολα πολύπλοκου εγχειρήματος.
Η Enerwave ξεψαχνίζει όλες τις παραμέτρους του project ενώ εφόσον τελικά προχωρήσει και το δεύτερο FSRU στη Θράκη, ενδέχεται να περιπλακεί ακόμα περισσότερο η κατάσταση καθώς θα είναι ακόμα πιο δύσκολο να «δικαιολογηθεί» η χρησιμότητα και τρίτου FSRU στη Θεσσαλονίκη
Η ακτινογραφία του project
Η εταιρεία, βάσει του σχεδιασμού, θα αναπτύξει τον πλωτό σταθμό με δύο πλοία, ένα μόνο για αποθήκευση αερίου (FSU) και ένα αποθήκευσης και αεριοποίησης (FSRU) που θα έχουν συνολική χωρητικότητα 270-280.000 κ.μ. LNG.
Η πλωτή δεξαμενή θα αποτελείται από δύο πλοία δεμένα σε τεχνητή νησίδα, σε μια έκταση περίπου 80 στρεμμάτων (395 m X 204 m). Θα βρίσκεται σε απόσταση 3,45 χιλιομέτρων νότια-νοτιοδυτικά του προβλήτα 6 του Λιμένα της Θεσσαλονίκης και περίπου 3,12 χιλιόμετρα ανατολικά της πλησιέστερης δυτικής ακτογραμμής.
Το υγροποιημένο φυσικό αέριο θα έρχεται σε θερμοκρασία -160 βαθμών Κελσίου και θα αεριοποιείται με τη χρήση του θερμότερου θαλασσινού νερού. Εν συνεχεία το αεριοποιημένο φυσικό αέριο θα μεταφέρεται με υποθαλάσσιο αγωγό μήκους στη στεριά και με χερσαίο αγωγό στις εγκαταστάσεις της Elpedison στα Διαβατά ενώ ποσότητας θα διοχετεύονται και στο ΕΣΦΑ (Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς Αερίου).
Το τερματικό θα έχει ονομαστική δυναμικότητα αεριοποίησης LNG 6.378 MWh/h και μέγιστη δυναμικότητα 9.567 MWh/h.