Η Ελλάδα καταγράφει πλέον μία από τις υψηλότερες επιδόσεις διεθνώς στην αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας, καθώς βρίσκεται στη δεύτερη θέση στην Ευρώπη και στην τρίτη παγκοσμίως ως προς τη συμμετοχή των φωτοβολταϊκών στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Ταυτόχρονα, ο κλάδος διαμορφώνει φιλόδοξο σχέδιο ανάπτυξης για την περίοδο 2026-2030, με στόχο τη διατήρηση της δυναμικής που έχει αποκτήσει.
Παρά ταύτα όμως οι προκλήσεις για τον κλάδο … περισσεύουν. «Σε ένα τρένο που κινείται με ταχύτητα δεν τραβάς απότομα το φρένο», ανέφερε χαρακτηριστικά ο σύμβουλος του Συνδέσμου Εταιρειών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ), Στέλιος Ψωμάς, σε συνέντευξη τύπου το μεσημέρι της Τετάρτης 15/7, παρουσιάζοντας τον οδικό χάρτη της αγοράς για τα επόμενα χρόνια και υπογραμμίζοντας την ανάγκη να συνεχιστεί απρόσκοπτα η ανάπτυξη του κλάδου.
Σημειώνεται ότι σήμερα, στην Ελλάδα αντιστοιχούν περίπου 1,25 εγκατεστημένα κιλοβάτ φωτοβολταϊκών ανά κάτοικο, ενώ ο στόχος είναι το μέγεθος αυτό να αυξηθεί στα 2 kWp έως το 2030.
Πρώτη τεχνολογία παραγωγής πράσινου ρεύματος
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το 2025 τα φωτοβολταϊκά παρήγαγαν, για πρώτη φορά, περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από τα αιολικά πάρκα, καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση μεταξύ των τεχνολογιών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στη χώρα και ενισχύοντας τον ρόλο τους στην ενεργειακή μετάβαση.
Ο κ. Ψωμάς, πάντως, απαντώντας σε σχετική κριτική, απέρριψε την άποψη ότι η αγορά έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές της, τονίζοντας πως υπάρχουν ακόμη σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης. Από τις αρχές του 2025 έως σήμερα έχουν τεθεί σε λειτουργία νέα φωτοβολταϊκά συνολικής ισχύος 1,43 GW, ανεβάζοντας την εγκατεστημένη ισχύ της χώρας κοντά στα 13 GW.
Χαμηλό κόστος
Σύμφωνα με τον ΣΕΦ, η ταχεία ανάπτυξη της τεχνολογίας οφείλεται κυρίως στο χαμηλό κόστος εγκατάστασης, στη δυνατότητα εφαρμογής της από μικρές οικιακές εγκαταστάσεις έως μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, αλλά και στο ευνοϊκό θεσμικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε τα προηγούμενα χρόνια.
Για το τέλος της δεκαετίας, ο Σύνδεσμος εκτιμά ότι η εγκατεστημένη ισχύς φωτοβολταϊκών μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 27 GW. Σε πιο συντηρητικές προβλέψεις, το μέγεθος αυτό υπολογίζεται ότι θα κυμανθεί μεταξύ 17 και 20 GW, ανάλογα με την πορεία υλοποίησης των έργων που βρίσκονται σε εξέλιξη.
Η αποθήκευση
Καθοριστικό στοιχείο για την επίτευξη των στόχων αποτελεί η ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας. Το νέο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) προβλέπει εγκατάσταση μπαταριών συνολικής ισχύος 4,33 GW έως το 2030, ωστόσο οι ήδη ανακοινωμένες επενδύσεις ξεπερνούν τα 6 GW, ενώ οι πραγματικές ανάγκες του συστήματος εκτιμώνται σε τουλάχιστον 8 GW ή περίπου 20 GWh αποθηκευτικής ικανότητας.
«Τα φωτοβολταϊκά και η αποθήκευση αποτελούν πλέον δύο άρρηκτα συνδεδεμένες τεχνολογίες», σημείωσε ο κ. Ψωμάς, υπογραμμίζοντας ότι η μελλοντική ανάπτυξη του κλάδου δεν μπορεί να σχεδιαστεί χωρίς ισχυρές υποδομές αποθήκευσης.
Την ίδια στιγμή, ο ΣΕΦ επισημαίνει ότι η περαιτέρω επέκταση των φωτοβολταϊκών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αύξηση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του εξηλεκτρισμού της οικονομίας. Παρά το γεγονός ότι η ζήτηση παραμένει σχεδόν αμετάβλητη τα τελευταία χρόνια, ο ΑΔΜΗΕ προβλέπει αύξηση περίπου 10% έως το τέλος της δεκαετίας.
Νέοι δρόμοι ανάπτυξης
Σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης εντοπίζονται κυρίως στις μεταφορές, μέσω της ενίσχυσης της ηλεκτροκίνησης, αλλά και στον κτιριακό τομέα, όπου η χρήση αντλιών θερμότητας εξακολουθεί να υπολείπεται των στόχων του ΕΣΕΚ.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προετοιμάζει νέο σχέδιο δράσης για τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας, αυξάνοντας τον σχετικό στόχο από το 21% στο 32%, με προοπτική να φτάσει το 42% έως το 2040 και το 50% σε μεταγενέστερο στάδιο.
Με βάση τις εκτιμήσεις του ΣΕΦ, η αγορά των φωτοβολταϊκών την επόμενη πενταετία θα στηριχθεί σε τρεις βασικούς άξονες: την ανάπτυξη εμπορικών έργων, την ενίσχυση της αυτοκατανάλωσης και την επέκταση των υποδομών αποθήκευσης, με τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας να αποτελεί τον βασικό μοχλό για την επίτευξη των ενεργειακών στόχων του 2030.