Τη δυνατότητα επιβολής ανώτατων τιμών στη βενζίνη και το ντίζελ από τον Ιανουάριο του 2027 εξετάζει η γερμανική κυβέρνηση, με στόχο να προστατεύσει τους καταναλωτές από υπερβολικά απότομες αυξήσεις στα πρατήρια καυσίμων, με φόντο την ενεργειακή κρίση.
Σύμφωνα με την εφημερίδα Handelsblatt και το περιοδικό Focus, από τον Ιανουάριο του 2027 η κυβέρνηση θα μπορεί να επιβάλει πλαφόν στην τιμή των καυσίμων, υπό αυστηρές όμως προϋποθέσεις: το ανώτατο όριο θα τίθεται σε ισχύ μόνο έπειτα από τρεις εβδομάδες σημαντικών αυξήσεων των τιμών, ενώ η αύξηση των τιμών στη Γερμανία θα συγκρίνεται με τη μέση εξέλιξη στα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφόσον η αύξηση των τιμών στη Γερμανία υπερβαίνει τον μέσο όρο της ΕΕ κατά περισσότερο από πέντε ποσοστιαίες μονάδες σε κάθε μία από τις τρεις εβδομάδες, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα μπορεί να ορίσει μέγιστες τιμές.
Ο υπολογισμός τους θα βασίζεται στις μέσες τιμές καταναλωτή, εξαιρουμένων των φόρων και των δασμών, όπως δημοσιεύονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο "Εβδομαδιαίο Δελτίο Πετρελαίου" και η ανάλυση θα ξεκινήσει με τα δεδομένα για τη δεύτερη πλήρη ημερολογιακή εβδομάδα του 2027. Οι διακυμάνσεις των τιμών κατά την αλλαγή του έτους, δεν θα περιλαμβάνονται στον υπολογισμό, διευκρινίζεται. Εφόσον δεν υπάρχει ανώτατο όριο τιμών, η Μονάδα Διαφάνειας στην Αγορά των Καυσίμων θα εξετάζει κάθε εβδομάδα εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις.
Το προσχέδιο νόμου δεν καθορίζει συγκεκριμένη ανώτατη τιμή ανά λίτρο. Αντίθετα, προβλέπει ότι ο υπολογισμός της θα γίνεται με αντικειμενική και διαφανή μεθοδολογία, στηριγμένη σε δεδομένα που θα επικαιροποιούνται διαρκώς. Στους παράγοντες που θα λαμβάνονται υπόψη περιλαμβάνονται οι εγχώριες και διεθνείς τιμές, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες, το κόστος μεταφοράς, τα εύλογα περιθώρια εμπορίας και διανομής, καθώς και οι φόροι και οι λοιπές κρατικές επιβαρύνσεις.
Παράλληλα, σε περίπτωση εξαιρετικά απότομων βραχυπρόθεσμων ανατιμήσεων, θα μπορεί να προβλέπεται πρόσθετη επιβάρυνση στην ανώτατη τιμή, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα υπολογίζεται με διαφανή τρόπο.
Ο κανονισμός θα μπορεί, με βάση το προσχέδιο νόμου, να εφαρμοστεί είτε μόνο σε συγκεκριμένους τύπους καυσίμων είτε σε μεμονωμένες περιοχές, ακόμη και πρατήρια. Θα ήταν μάλιστα πιθανό να εξαιρεθούν τα πρατήρια βενζίνης που βρίσκονται στους αυτοκινητοδρόμους, σε νησιά ή τα πρατήρια προμήθειας καυσίμων σε σκάφη. Επιπλέον, τα κρατίδια θα έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν το δικό τους πλαφόν, καθώς υπάρχουν διαφοροποιήσεις σε προμήθειες και κόστος μεταφοράς.
Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή του μέτρου θα είναι να μη διακυβεύεται η ασφάλεια του εφοδιασμού. Η κυβέρνηση θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η επιβολή πλαφόν δεν θα προκαλεί ελλείψεις καυσίμων, ούτε σε εθνικό ούτε σε τοπικό επίπεδο, ενώ θα πρέπει να παραμένουν οικονομικά βιώσιμες οι εισαγωγές και να τηρείται η αρχή της ισότητας των εισαγωγών.
Η διάρκεια ισχύος του πλαφόν δεν θα μπορεί να ξεπερνά τους τρεις μήνες. Η κυβέρνηση θα διατηρεί, ωστόσο, τη δυνατότητα να αναστείλει νωρίτερα την εφαρμογή του, εφόσον διαπιστώσει ότι απειλείται η ομαλή τροφοδοσία της αγοράς.
Ιδιαίτερα αυστηρές προβλέπονται οι κυρώσεις για τους παραβάτες. Τα πρόστιμα θα μπορούν να φτάσουν έως τις 100.000 ευρώ για τους διαχειριστές πρατηρίων που παραβιάζουν οι ίδιοι το πλαφόν, έως τις 500.000 ευρώ για εταιρείες που καθορίζουν τις τιμές σε περισσότερα πρατήρια και έως τα 5 εκατ. ευρώ για τις πετρελαϊκές εταιρείες.
Από την 1η Οκτωβρίου και μετά τη νέα άνοδο των τιμών καυσίμων, στη Γερμανία εφαρμόζεται έκπτωση κατά σχεδόν 17 σεντς/λίτρο, το μέτρο ωστόσο αναμένεται να ανασταλεί στο τέλος του τρέχοντος έτους.