Μπορεί η Ευρώπη να σώσει το περιβάλλον, εάν στην πορεία χάσει τη βιομηχανία της; Μπορεί να πρωταγωνιστεί στην πράσινη μετάβαση, αλλά να αφήνει τις επιχειρήσεις της να ανταγωνίζονται με όρους που συχνά δεν έχουν καμία σχέση με εκείνους που ισχύουν στις ΗΠΑ ή στην Κίνα; Και πόσο βιώσιμη μπορεί να είναι μια επιχείρηση, όταν καλείται να ανταποκριθεί σε ολοένα αυστηρότερους περιβαλλοντικούς στόχους, την ώρα που πληρώνει για την ενέργεια αισθητά ακριβότερα από τους διεθνείς ανταγωνιστές της;
Αυτές είναι οι αντιφάσεις που βρίσκονται πλέον στον πυρήνα της ευρωπαϊκής οικονομικής συζήτησης. Και δεν πρόκειται για μια θεωρητική αντιπαράθεση ανάμεσα στους υποστηρικτές της πράσινης μετάβασης και όσους ανησυχούν για το κόστος της. Πρόκειται για ένα πραγματικό διακύβευμα. Εάν η Ευρώπη θέλει να διατηρήσει παραγωγή, επενδύσεις, θέσεις εργασίας και τεχνογνωσία στο έδαφός της, οφείλει να εξασφαλίσει ότι η ενεργειακή της πολιτική δεν θα μετατρέπεται σε ανταγωνιστικό μειονέκτημα.
Το ζήτημα ανέδειξε με ιδιαίτερη ένταση ο Ευάγγελος Μυτιληναίος, εκτελεστικός πρόεδρος της Metlen, από τη Λάρισα χθες, κατά την παρουσίαση της μεγάλης επένδυσης αποθήκευσης ενέργειας που υλοποιείται από κοινού με τον όμιλο Καράτζη. Η παρέμβασή του, με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη παρόντα, ξεπέρασε τα όρια μιας εταιρικής εκδήλωσης. Έστειλε ένα μήνυμα που αφορά την Ελλάδα, αλλά απευθύνεται πρωτίστως στην Ευρώπη, σε μια περίοδο κατά την οποία η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα των Βρυξελλών.
Το παράδοξο της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας
Η Ευρώπη έχει επιλέξει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης. Και έχει κάθε λόγο να το κάνει. Η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι πολυτέλεια ούτε ένα επικοινωνιακό project, αλλά αναγκαία απάντηση σε μια απειλή που αφορά την οικονομία, την κοινωνία και την ποιότητα ζωής των επόμενων γενεών.
Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια που συχνά χάνεται μέσα στην πολιτική αντιπαράθεση. Η ευρωπαϊκή προσπάθεια δεν εξελίσσεται σε ένα κλειστό και περιχαρακωμένο σύστημα. Η Ευρώπη ανταγωνίζεται μια παγκόσμια αγορά, στην οποία άλλες οικονομίες ακολουθούν διαφορετικούς ρυθμούς, διαφορετικές πολιτικές και, κυρίως, διαφορετικούς όρους κόστους.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η Ευρώπη ευθύνεται περίπου μόλις για το 7% του παγκόσμιου αποτυπώματος εκπομπών διοξειδίου, ήτοι μόλις για το 7% της παγκόσμιας μόλυνσης του περιβάλλοντος, για να το πούμε χοντρικά.
Και εδώ αναδεικνύεται ένα εύλογο ερώτημα. Ποιο θα είναι το συνολικό όφελος εάν η Ευρώπη αυστηροποιεί τους κανόνες της, αλλά η παραγωγή μεταφέρεται σε άλλες περιοχές του κόσμου, όπου το ενεργειακό κόστος είναι χαμηλότερο και οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί ενδέχεται να είναι διαφορετικοί;
Εάν μια ευρωπαϊκή βιομηχανία περιορίσει τη δραστηριότητά της ή κλείσει και η ζήτηση καλυφθεί από εισαγωγές προϊόντων που παράγονται αλλού, η Ευρώπη μπορεί να βελτιώνει τους δικούς της δείκτες χωρίς κατ’ ανάγκη να πετυχαίνει αντίστοιχη μείωση του παγκόσμιου περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κλιματική πολιτική είναι λάθος. Σημαίνει ότι πρέπει να σχεδιάζεται με τρόπο που να αποτρέπει τη μεταφορά της παραγωγής και των εκπομπών εκτός των ευρωπαϊκών συνόρων.
Το οξύμωρο είναι προφανές. Στο όνομα της βιωσιμότητας, να υπονομεύεται η βιωσιμότητα των ίδιων των επιχειρήσεων που καλούνται να εφαρμόσουν τη μετάβαση. Γιατί χωρίς ισχυρές εταιρείες, επενδύσεις, εργαζομένους, τεχνολογία και παραγωγική δραστηριότητα, η πράσινη οικονομία κινδυνεύει να μείνει ένα φιλόδοξο σχέδιο με μικρότερη βιομηχανική βάση για να το στηρίξει.
Το ενεργειακό κόστος δεν είναι λεπτομέρεια
Οι αριθμοί εξηγούν γιατί η ανησυχία της βιομηχανίας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη έκκληση για διευκολύνσεις. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, το 2025 οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρέμειναν, κατά μέσο όρο, περίπου διπλάσιες από εκείνες στις ΗΠΑ και πάνω από 50% υψηλότερες σε σχέση με την Κίνα. Η απόσταση αυτή επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής και τις αποφάσεις για νέες επενδύσεις.
Για μια επιχείρηση που σχεδιάζει να δεσμεύσει κεφάλαια για δεκαετίες, η ενέργεια δεν είναι απλώς μία ακόμη γραμμή στον ισολογισμό. Καθορίζει εάν μια επένδυση θα γίνει, πού θα εγκατασταθεί, εάν θα επεκταθεί και εάν θα μπορεί να ανταγωνιστεί προϊόντα που εισάγονται από αγορές με διαφορετικές συνθήκες κόστους.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της παρέμβασης Μυτιληναίου. Η Ευρώπη θέλει ταυτόχρονα ενεργειακή μετάβαση, επαναβιομηχάνιση, στρατηγική αυτονομία και νέες παραγωγικές δυνατότητες. Όμως όλα αυτά απαιτούν κεφάλαια, υποδομές και σταθερούς κανόνες. Δεν αρκεί να τίθενται φιλόδοξοι στόχοι. Πρέπει να διαμορφώνονται και οι συνθήκες που θα επιτρέψουν στις επιχειρήσεις να τους υπηρετήσουν χωρίς να χάνουν έδαφος απέναντι στους ανταγωνιστές τους.
Η βιομηχανία δεν επενδύει με ορίζοντα την επόμενη ανακοίνωση ή τον επόμενο εκλογικό κύκλο. Επενδύει με ορίζοντα δεκαετιών. Χρειάζεται, επομένως, να γνωρίζει όχι μόνο ποιοι θα είναι οι περιβαλλοντικοί κανόνες, αλλά και αν θα διαθέτει ανταγωνιστική, αξιόπιστη και προβλέψιμη ενέργεια.
Η μπαταρία της Λάρισας ως παράδειγμα της λύσης
Η επένδυση της Metlen και του ομίλου Καράτζη στη Νέα Καρυές Λάρισας, ύψους περίπου 170 εκατ. ευρώ, δίνει μια χειροπιαστή διάσταση σε αυτή τη συζήτηση. Το έργο, δυναμικότητας 330 MW και χωρητικότητας 790 MWh, υλοποιείται μέσω κοινής εταιρείας στην οποία η Metlen συμμετέχει με 49% και ο όμιλος Καράτζη με 51%.
Η αποθήκευση ενέργειας αποτελεί κρίσιμο κρίκο ενός συστήματος με αυξανόμενη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών. Οι μπαταρίες μπορούν να απορροφούν ηλεκτρική ενέργεια όταν υπάρχει περίσσευμα και οι τιμές είναι χαμηλές, για να την επιστρέφουν στο σύστημα όταν η ζήτηση αυξάνεται ή οι τιμές ανεβαίνουν. Παράλληλα, μπορούν να προσφέρουν ευελιξία και υπηρεσίες εξισορρόπησης, περιορίζοντας τις πιέσεις που δημιουργούν οι διακυμάνσεις της παραγωγής και της ζήτησης.
Με άλλα λόγια, η αποθήκευση δεν είναι απλώς μια ακόμη επένδυση στην πράσινη ενέργεια. Είναι μία από τις υποδομές που μπορούν να κάνουν τη μετάβαση αποτελεσματικότερη και το ηλεκτρικό σύστημα πιο ευέλικτο. Και όσο περισσότερη ενέργεια από ήλιο και άνεμο εντάσσεται στο σύστημα, τόσο πιο σημαντική γίνεται η δυνατότητα να αξιοποιείται όταν παράγεται και να διατίθεται όταν πραγματικά χρειάζεται.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι οι μπαταρίες από μόνες τους λύνουν το πρόβλημα του ενεργειακού κόστους. Χρειάζονται επαρκή δίκτυα, διασυνδέσεις, κατάλληλοι κανόνες λειτουργίας και επενδυτικό περιβάλλον που επιτρέπει στα έργα να αναπτυχθούν. Ακριβώς εδώ συναντώνται η τεχνολογία και η πολιτική. Γιατί, ακόμη και η καλύτερη επένδυση χρειάζεται ένα σύστημα που να μπορεί να αξιοποιήσει την αξία της.
Από τις ευρωπαϊκές διακηρύξεις στις δύσκολες αποφάσεις
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Ο Ευάγγ. Μυτιληναίος έθεσε, μεταξύ άλλων, το ζήτημα του ορίου των 500 MW για την ισχύ αυτόνομων μονάδων αποθήκευσης που μπορεί να κατέχει ένας φορέας, υποστηρίζοντας ότι ο περιορισμός δυσκολεύει την ανάπτυξη επενδύσεων και την επίτευξη του εθνικού στόχου για 7 GW αποθήκευσης.
Πρόκειται για θέση με σαφή επιχειρηματική διάσταση, την οποία η Πολιτεία οφείλει να αξιολογήσει με βάση τόσο τις ανάγκες της αγοράς όσο και τον ανταγωνισμό. Οι περιορισμοί συγκέντρωσης δεν θεσπίζονται χωρίς λόγο, αλλά αποσκοπούν και στην αποτροπή υπερβολικής ισχύος ενός παίκτη σε μια αγορά που διαμορφώνεται. Το ερώτημα είναι εάν το συγκεκριμένο πλαίσιο πετυχαίνει τη σωστή ισορροπία ή εάν τελικά αποθαρρύνει κεφάλαια που θα μπορούσαν να επιταχύνουν την ανάπτυξη κρίσιμων υποδομών.
Αντίστοιχα, η ανακούφιση της βιομηχανίας από το ενεργειακό κόστος δεν μπορεί να εξαντλείται σε προσωρινά μέτρα, όσο χρήσιμα κι αν είναι αυτά για τις επιχειρήσεις που πιέζονται. Η κυβερνητική παρέμβαση ύψους 95 εκατ. ευρώ που είχε ανακοινωθεί για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας ανοίγει ξανά τη συζήτηση για το εάν απαιτούνται πιο σταθερές και μακροπρόθεσμες λύσεις.