Οι παραδοχές πάνω στις οποίες χτίστηκε το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού αρχίζουν να δοκιμάζονται από την πραγματικότητα των ενεργειακών αγορών. Συγκεκριμένα, η νέα άνοδος του κόστους ενέργειας, σε συνδυασμό με τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό, την ανάπτυξη και τελικά τα εισοδήματα μπορεί να αποδειχθούν υπερβολικά αισιόδοξες.
Το μεγαλύτερο «αγκάθι» είναι ο πληθωρισμός. Το οικονομικό επιτελείο έχει θέσει τον πήχη για φέτος στο 3,8%, όμως η συγκεκριμένη πρόβλεψη βασίζεται σε στοιχεία που φτάνουν έως και τον Αύγουστο. Έκτοτε, όμως, τα δεδομένα έχουν αλλάξει.
Η πρώτη προειδοποίηση ήρθε από την Eurostat, με τον πληθωρισμό στην Ελλάδα να επιταχύνεται στο 5,1% τον Σεπτέμβριο. Η δεύτερη και πιο κρίσιμη αφορά την ενέργεια, καθώς οι διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου έχουν κινηθεί σε επίπεδα υψηλότερα από εκείνα που ενσωματώνουν οι βασικές παραδοχές του Προϋπολογισμού.
Το ενεργειακό κόστος επιστρέφει ως ο μεγάλος κίνδυνος
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη προειδοποιήσει ότι ο φετινός χειμώνας θα είναι ιδιαίτερα δύσκολος ως προς τις τιμές ενέργειας. Η παραδοχή αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συνδυαστεί με τις προηγούμενες προβλέψεις των ευρωπαϊκών θεσμών, οι οποίες δείχνουν να έχουν ήδη ξεπεραστεί από την αγορά.
Μόλις στις 10 Σεπτεμβρίου, η ΕΚΤ αναθεώρησε τις εκτιμήσεις της για τις ενεργειακές τιμές. Για το φυσικό αέριο ανέβασε την πρόβλεψη στα 51 ευρώ, κατά 11,7 ευρώ υψηλότερα από την προηγούμενη εκτίμηση. Για το πετρέλαιο, αντίθετα, προέβλεψε μέση τιμή 89,5 δολαρίων για φέτος. Η αγορά, ωστόσο, κινείται πλέον σε διαφορετική τροχιά.
Το φυσικό αέριο παραμένει πάνω από τα 70 ευρώ, ενώ το πετρέλαιο έχει ξεπεράσει τα 100 δολάρια. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η πίεση στην αγορά του diesel, με τις διεθνείς τιμές να διατηρούνται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.
Η απόσταση ανάμεσα στις παραδοχές και στις πραγματικές τιμές δεν είναι απλώς ένας τεχνικός δείκτης. Μεταφράζεται σε κόστος για ολόκληρη την οικονομία.
Συγκεκριμένα, ακριβότερο φυσικό αέριο σημαίνει αυξημένο κόστος ηλεκτροπαραγωγής και βιομηχανικής παραγωγής. Ακριβότερο πετρέλαιο και diesel σημαίνει υψηλότερο κόστος μεταφορών και logistics. Και όλα αυτά, αργά ή γρήγορα, καταλήγουν στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Το «στοίχημα» των 91,2 δολαρίων
Στην ελληνική περίπτωση, ο Προϋπολογισμός έχει στηριχθεί στην παραδοχή ότι η μέση τιμή του πετρελαίου θα διαμορφωθεί στα 91,2 δολάρια. Το πρόβλημα είναι ότι η αγορά βρίσκεται ήδη πάνω από αυτό το επίπεδο.
Και ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η πρόβλεψη δεν μπορεί να απομονωθεί από το γεωπολιτικό ρίσκο. Όσο παραμένει αβέβαιο το διεθνές περιβάλλον και δεν διαφαίνεται άμεση αποκλιμάκωση των εντάσεων, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος νέων ανατιμήσεων στο πετρέλαιο και, κατ’ επέκταση, σε ολόκληρη την ενεργειακή αλυσίδα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πρόβλεψη για πληθωρισμό 3,8% μοιάζει να χρειάζεται ήδη ισχυρότερες «άμυνες». Και το ερώτημα δεν είναι αν μια προσωρινή άνοδος των ενεργειακών τιμών μπορεί να απορροφηθεί.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο θα διαρκέσει η πίεση και πόσο γρήγορα θα περάσει από τις διεθνείς αγορές στην πραγματική οικονομία.
Από το βαρέλι στο ράφι
Στο μεταξύ, η μετάδοση της ενεργειακής ακρίβειας δεν γίνεται από τη μία ημέρα στην άλλη. Όταν, όμως, οι υψηλές τιμές επιμένουν, η επίπτωση γίνεται όλο και πιο δύσκολο να απορροφηθεί.
Το ενεργειακό κόστος επιβαρύνει πρώτα την παραγωγή και τις μεταφορές. Στη συνέχεια περνά στην εφοδιαστική αλυσίδα και τελικά στις τιμές των προϊόντων.
Ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι οι κλάδοι με υψηλή ενεργειακή κατανάλωση, αλλά και οι μικρότερες επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν σαφώς μικρότερα περιθώρια να απορροφήσουν ένα νέο κύμα κόστους.
Γι’ αυτό και η προειδοποίηση του υπουργείου Οικονομικών για τις επιπτώσεις μιας παρατεταμένης περιόδου υψηλών ενεργειακών τιμών αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Το ίδιο το οικονομικό επιτελείο αναγνωρίζει ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ενισχύσει τον πληθωρισμό, να περιορίσει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και να επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα.
Και δεν είναι μόνο η ενέργεια. Οι αυξήσεις στις διεθνείς τιμές τροφίμων και γεωργικών εισροών, σε συνδυασμό με τα ακραία καιρικά φαινόμενα, προσθέτουν νέες εστίες κινδύνου.
Το 4,7% επιστρέφει ως εφιαλτικό σενάριο
Εάν η ενεργειακή κρίση αποδειχθεί παρατεταμένη και οι υψηλές τιμές αρχίσουν να διαχέονται με μεγαλύτερη ένταση στην οικονομία, τότε ο φετινός πληθωρισμός μπορεί να κινηθεί πάνω από το 4%.
Σε αυτή την περίπτωση, το περσινό δυσμενές σενάριο του οικονομικού επιτελείου για πληθωρισμό 4,7% δεν θα μοιάζει πλέον ακραίο.Αντίθετα, θα μπορούσε να επιστρέψει στο προσκήνιο ως σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση των κινδύνων του Προϋπολογισμού.Και μαζί με τον πληθωρισμό θα επιστρέψει στο προσκήνιο και το ζήτημα της αγοραστικής δύναμης.
Η μεγάλη μάχη είναι τελικά για το εισόδημα
Με πληθωρισμό 3,8% και ονομαστική αύξηση των αμοιβών εξαρτημένης εργασίας κατά 3,7%, ακόμη και το βασικό σενάριο του Προϋπολογισμού αφήνει ελάχιστο περιθώριο για ουσιαστική ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων.
Για το 2027, η εικόνα είναι καλύτερη: πληθωρισμός 2,6% έναντι ονομαστικής αύξησης αποδοχών 3,9%. Οι πραγματικές αμοιβές ανά εργαζόμενο προβλέπεται να αυξηθούν κατά 1,4%, ενώ η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5% αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω το καθαρό εισόδημα.
Όλα αυτά, όμως, προϋποθέτουν ότι η ενεργειακή κρίση δεν θα εξελιχθεί σε νέο, επίμονο πληθωριστικό σοκ.
Το πρώτο δημοσιονομικό ανάχωμα είναι τα μέτρα στήριξης, μόνιμα και έκτακτα, με το συνολικό κόστος τους να υπολογίζεται από το ΓΛΚ στα 7,3 δισ. ευρώ.Το δεύτερο είναι οι μισθοί και η ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων.Το τρίτο —και ίσως το πιο κρίσιμο— είναι η αντοχή των επιχειρήσεων.
Η εξίσωση που δύσκολα βγαίνει
Γιατί αν οι τιμές ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, οι επιχειρήσεις θα κληθούν να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα αυξημένο ενεργειακό κόστος, ακριβότερες πρώτες ύλες, υψηλότερα μεταφορικά και μεγαλύτερο μισθολογικό κόστος.
Ιδιαίτερα για τις μικρότερες επιχειρήσεις, τα περιθώρια απορρόφησης είναι περιορισμένα.Έτσι, η επέκταση των συλλογικών συμβάσεων και η αύξηση των μισθών, όσο αναγκαίες κι αν είναι για την προστασία του διαθέσιμου εισοδήματος, θα πρέπει να συμβαδίσουν με τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να παραμείνουν ανταγωνιστικές και βιώσιμες. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πρόκληση για την οικονομική πολιτική.