Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν σημαίνει ότι η μάχη έχει κερδηθεί. Αντίθετα, η ενέργεια επιστρέφει στο επίκεντρο των ανησυχιών, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επαναφέρουν τις πιέσεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, δημιουργώντας νέους κινδύνους για τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και συνολικά την ελληνική οικονομία.
Το κοινό μήνυμα του νέου Inflation Monitor της Τράπεζας της Ελλάδος και της τριμηνιαίας έκθεσης του ΙΟΒΕ είναι σαφές: η ενεργειακή αβεβαιότητα παραμένει ο σημαντικότερος εξωγενής παράγοντας που μπορεί να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό, ακόμη και αν οι τιμές έχουν αποκλιμακωθεί σε σχέση με την ενεργειακή κρίση των προηγούμενων ετών.
Η ενέργεια ξαναγίνεται καταλύτης
Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η επιτάχυνση του πληθωρισμού το δεύτερο τρίμηνο του 2026 συνδέεται άμεσα με την άνοδο των τιμών της ενέργειας μετά την πολεμική ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Οι αυξήσεις στο ηλεκτρικό ρεύμα, στα καύσιμα και στο φυσικό αέριο μεταφέρθηκαν γρήγορα στην οικονομία, επηρεάζοντας όχι μόνο τις μεταφορές και τη στέγαση αλλά και τη διατροφή, την εστίαση, τη διαμονή και συνολικά το κόστος των υπηρεσιών.
Ο εγχώριος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 4% το πρώτο εξάμηνο του 2026, ενώ κατά το δεύτερο τρίμηνο πλησίασε το 5%, επιβεβαιώνοντας πόσο ευάλωτη παραμένει η οικονομία στις διακυμάνσεις των ενεργειακών τιμών.
Η νέα μορφή του πληθωρισμού
Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η φύση του πληθωρισμού έχει αλλάξει. Ενώ τα προηγούμενα χρόνια οι μεγαλύτερες πιέσεις προέρχονταν από την ενέργεια και τις πρώτες ύλες, σήμερα οι υπηρεσίες αποτελούν τον βασικό μοχλό ανόδου των τιμών.
Ωστόσο, η ενέργεια εξακολουθεί να λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής των πληθωριστικών πιέσεων. Κάθε αύξηση στο κόστος ηλεκτρισμού ή φυσικού αερίου μεταφέρεται στην παραγωγή, στις μεταφορές και τελικά στις τελικές τιμές που πληρώνει ο καταναλωτής.
Η ΤτΕ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 3,8% το 2026, θα αποκλιμακωθεί στο 2,6% το 2027 και θα προσεγγίσει το 2,3% το 2028, υπογραμμίζοντας όμως ότι η επιστροφή στον στόχο του 2% θα είναι αργή και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη των διεθνών ενεργειακών αγορών.
Πιο συγκεκριμένα, με βάση όσα καταγράφονται στην τιμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ, σχετικά με την εξέλιξη του πληθωρισμού, εκτιμάται ότι οι τιμές θα κινηθούν σε εντονότερα ανοδική τροχιά, με ρυθμό πληθωρισμού στην περιοχή του 3,7% το 2026, κυρίως λόγω της ενίσχυσης της τιμής των ενεργειακών αγαθών, καθώς και των δευτερογενών επιδράσεων τους στις αλυσίδες παραγωγής, λόγω του πολέμου στην Μέση Ανατολή. Εάν η συμφωνηθείσα εκεχειρία παραμείνει σε ισχύ, οδηγώντας ίσως σε μια μόνιμη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ – Ιράν, και οι μειωμένες τιμές ενέργειας διατηρηθούν, προβλέπεται σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού το 2027 στην περιοχή του 2,7%. Ωστόσο, η αβεβαιότητα γύρω από την εξέλιξη των τιμών είναι ιδιαίτερα έντονη, με μία πιθανή ανάφλεξη των πολεμικών συγκρούσεων να αναμένεται να ασκήσει περαιτέρω θετικές πιέσεις στις τιμές.
Μέση Ανατολή και φυσικό αέριο στο επίκεντρο
Συνεπώς, τόσο η Τράπεζα της Ελλάδος όσο και το ΙΟΒΕ χαρακτηρίζουν τη γεωπολιτική αβεβαιότητα τον μεγαλύτερο παράγοντα κινδύνου για την επόμενη περίοδο.
Η εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχει περιορίσει προσωρινά τις πιέσεις στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Ωστόσο, μία νέα κλιμάκωση θα μπορούσε να ανατρέψει γρήγορα την εικόνα, προκαλώντας νέο κύμα ανατιμήσεων στην ενέργεια και κατ' επέκταση στον πληθωρισμό.
Δεν είναι τυχαίο ότι το ΙΟΒΕ προβλέπει πληθωρισμό 3,7% για το 2026, εκτιμώντας ότι οι δευτερογενείς επιπτώσεις της αύξησης του ενεργειακού κόστους στις αλυσίδες παραγωγής θα συνεχίσουν να τροφοδοτούν τις ανατιμήσεις.
Στο μικροσκόπιο οι λογαριασμοί ρεύματος
Οι εξελίξεις αυτές παρακολουθούνται στενά και από το οικονομικό επιτελείο, το οποίο αξιολογεί καθημερινά την πορεία των ενεργειακών τιμών και αναμένει τα αποτελέσματα της πρόσφατης συμφωνίας με τα διυλιστήρια αλλά και τα τεκταινόμενα στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ενόψει των τιμολογίων του Αυγούστου.
Με τα σημερινά δεδομένα, κυβερνητικές πηγές δεν διακρίνουν ανάγκη επαναφοράς οριζόντιων επιδοτήσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, θεωρώντας ότι η αγορά απέχει ακόμη από τις ακραίες συνθήκες της ενεργειακής κρίσης του 2022.
Ωστόσο, οι επόμενες εβδομάδες θεωρούνται κρίσιμες. Η πορεία του φυσικού αερίου, οι υψηλές θερμοκρασίες, η αυξημένη θερινή ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας και η διαμόρφωση των διεθνών τιμών θα καθορίσουν τόσο το ύψος των χρεώσεων αλλά και τη μετενέργεια στον πληθωρισμό και στις αλυσίδες παραγωγής.
Κίνδυνος για την ανταγωνιστικότητα
Πάντως, το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι ο επίμονα υψηλότερος πληθωρισμός στην Ελλάδα σε σχέση με την Ευρωζώνη αποτελεί πλέον διαρθρωτικό πρόβλημα για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Η διατήρηση υψηλού ενεργειακού κόστους αυξάνει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων, περιορίζει τα πραγματικά εισοδήματα των νοικοκυριών και επιβαρύνει το εξωτερικό ισοζύγιο, καθώς η χώρα εξακολουθεί να εξαρτάται σημαντικά από εισαγόμενες ενεργειακές πρώτες ύλες.
Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος υπενθυμίζει ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν πρόκειται να προχωρήσουν εύκολα σε πιο χαλαρή νομισματική πολιτική όσο ο δομικός πληθωρισμός παραμένει επίμονος, γεγονός που σημαίνει ότι το κόστος χρηματοδότησης θα συνεχίσει να επηρεάζει επενδύσεις και επιχειρηματική δραστηριότητα.