Στην τελική φάση βρίσκονται οι διαβουλεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το πακέτο μέτρων που θα στοχεύει στη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας, με τις ανακοινώσεις να θεωρούνται πλέον θέμα ημερών. Η ανάγκη για παρεμβάσεις θεωρείται κρίσιμη, καθώς το υψηλό ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής.
Το σήμα για την επικείμενη ολοκλήρωση των συζητήσεων έδωσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, μιλώντας σε εκδήλωση των Eurobank και Grant Thornton για τα βραβεία «Growth Awards». Όπως ανέφερε, οι διαπραγματεύσεις με τις ευρωπαϊκές αρχές ήταν ιδιαίτερα απαιτητικές, καθώς κάθε παρέμβαση για τη στήριξη της βιομηχανίας πρέπει να συμμορφώνεται πλήρως με τους κανόνες της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο βασικός πυλώνας του σχεδίου θα αφορά τον μηχανισμό αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους εκπομπών CO₂ για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Η ελληνική πλευρά φέρεται να πέτυχε, μετά από σειρά επαφών με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Κομισιόν, τη διατήρηση ισχυρότερων αποζημιώσεων προς τη βιομηχανία, αποτρέποντας τη μείωση που θα προέκυπτε τα επόμενα χρόνια λόγω της αναπροσαρμογής του εθνικού συντελεστή εκπομπών. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την απολιγνιτοποίηση της χώρας, η οποία επηρεάζει τον τρόπο υπολογισμού των αντισταθμίσεων.
Παράλληλα, η κυβέρνηση συνεχίζει τις επαφές με τον Σύνδεσμο Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), προκειμένου το τελικό πλαίσιο να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της παραγωγής και να ενισχύει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής μεταποίησης.
Το ενεργειακό κόστος ως εμπόδιο για επενδύσεις
Το θέμα ανέδειξε και ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, επισημαίνοντας ότι η ενεργειακή επιβάρυνση για τη βιομηχανία στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σε αντίθεση με τα νοικοκυριά όπου οι τιμές κινούνται χαμηλότερα.
Όπως σημείωσε, το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα, αλλά συνολικά την ευρωπαϊκή οικονομία. Ωστόσο, οι συνέπειες για την εγχώρια παραγωγή είναι ιδιαίτερα έντονες, καθώς το υψηλό ενεργειακό κόστος περιορίζει τις δυνατότητες για νέες επενδύσεις και δυσκολεύει την επέκταση παραγωγικών μονάδων.
Ο ίδιος ανέφερε ότι το ενεργειακό κόστος συγκαταλέγεται στους τρεις βασικούς παράγοντες που λειτουργούν ανασταλτικά για τη βιομηχανική ανάπτυξη, μαζί με τη γραφειοκρατία και την ανάγκη για πιο σταθερά επενδυτικά κίνητρα. Στο πλαίσιο αυτό, επανέφερε την πρόταση για αξιοποίηση φορολογικών εργαλείων, όπως οι υπεραποσβέσεις, ως μέσο ενίσχυσης των επενδύσεων, αντί της αποκλειστικής χρήσης επιδοτήσεων που συχνά συνοδεύονται από χρονοβόρες διαδικασίες.
Νέος χωροταξικός χάρτης για ενέργεια και βιομηχανία
Πέρα από το ενεργειακό κόστος, η κυβέρνηση δρομολογεί εξελίξεις και σε ένα δεύτερο κρίσιμο πεδίο για την οικονομία, τον χωροταξικό σχεδιασμό.
Σύμφωνα με τον κ. Χατζηδάκη, έως το τέλος της άνοιξης αναμένεται να προχωρήσουν τα ειδικά χωροταξικά πλαίσια για τον τουρισμό, τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και τη βιομηχανία, με στόχο να δημιουργηθεί ένα σαφέστερο πλαίσιο για την εγκατάσταση νέων επενδύσεων.
Το ειδικό χωροταξικό για τον τουρισμό βρίσκεται ήδη στο τελικό στάδιο, μετά την ολοκλήρωση της διαβούλευσης και των συνεννοήσεων μεταξύ των συναρμόδιων υπουργείων. Αντίστοιχα, το χωροταξικό για τις ΑΠΕ θεωρείται ώριμο για να τεθεί σύντομα σε δημόσια διαβούλευση, ενώ το αντίστοιχο για τη βιομηχανία αναμένεται να παρουσιαστεί μέσα στην άνοιξη, έπειτα από τις σχετικές συζητήσεις με τους φορείς της αγοράς.
Η ολοκλήρωση των νέων χωροταξικών πλαισίων εκτιμάται ότι θα συμβάλει στην άρση σημαντικών αβεβαιοτήτων που συχνά καθυστερούν επενδυτικά σχέδια, ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας και της μεταποίησης.
Ρευστότητα υπάρχει, αλλά όχι για όλους
Στη συζήτηση για την πορεία της οικονομίας επισημάνθηκε ότι, παρά τη δημοσιονομική σταθεροποίηση και την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας από την Ελλάδα, το επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε την προηγούμενη δεκαετία δεν έχει ακόμη καλυφθεί πλήρως. Παράλληλα, η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Από την πλευρά των τραπεζών τονίστηκε ότι υπάρχει διαθέσιμη ρευστότητα για τη χρηματοδότηση βιώσιμων επενδυτικών σχεδίων και ότι η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις κινείται ανοδικά. Ωστόσο, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση παραμένει δύσκολη για επιχειρήσεις με ασθενείς ισολογισμούς και περιορισμένα ίδια κεφάλαια.
Ιδιαίτερη συζήτηση έγινε και για την επόμενη περίοδο μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης. Παρότι η αξιοποίηση των πόρων προχωρά με ικανοποιητικό ρυθμό, στην αγορά υπάρχει προβληματισμός για το αν θα συνεχιστεί η πρόσβαση σε χαμηλότοκη χρηματοδότηση μετά το 2027. Από κυβερνητικής πλευράς εκφράζεται η εκτίμηση ότι τα νέα ευρωπαϊκά εργαλεία ανταγωνιστικότητας και οι πόροι της επόμενης προγραμματικής περιόδου θα διατηρήσουν ισχυρές επενδυτικές ροές.
Σε κάθε περίπτωση, η μείωση του ενεργειακού κόστους παραμένει άμεση προτεραιότητα για τη βιομηχανία. Όπως τονίστηκε στη συζήτηση, η πραγματική πρόκληση για την ελληνική οικονομία είναι η μετατροπή των επενδύσεων και των ευρωπαϊκών πόρων σε βιώσιμη αύξηση της παραγωγικότητας και σε ένα πιο ισχυρό και εξωστρεφές παραγωγικό μοντέλο.