Πριν από δύο και κάτι χρόνια μπήκαν στη ζωή μας τα πολύχρωμα τιμολόγια. Πράσινα, κίτρινα και μπλε. Τώρα έρχονται να προστεθούν και τα πορτοκαλί. Και ίσως και κάτι σε κόκκινο, θα δούμε. Στον πυρήνα όλης αυτής της αλλαγής ήταν τα πράσινα τιμολόγια στα οποία και μεταφέρθηκε, διά νόμου, η συντριπτική πλειοψηφία των νοικοκυριών την 1η Ιανουαρίου 2024. Ο πρωταρχικός στόχος τους ήταν να δώσουν τη δυνατότητα στα νοικοκυριά τη δυνατότητα να γνωρίζουν στην αρχή κάθε μήνα την τιμή που θα πλήρωναν για κάθε κιλοβατώρα που θα κατανάλωναν αυτόν τον μήνα. Κάτι που είναι αλήθεια ότι είχε χαθεί ως δυνατότητα το προηγούμενο διάστημα με τις ρήτρες που εφαρμόζονταν στα τιμολόγια και οι οποίες λάμβαναν τιμή αφότου είχε παρέλθει ο μήνας. Και που είχαν φτάσει να είναι, οι ρήτρες, σημαντικά μεγαλύτερες από τη βασική τιμή του τιμολογίου. Ως εδώ καλά, και πράγματι με τα πράσινα τιμολόγια ήταν γνωστή κάθε πρώτη του μήνα η τελική τιμή της κιλοβατώρας.
Όμως το θέμα της διαφάνειας στη γνώση της τιμής είναι ένα πράγμα, και ίσως όχι το σημαντικότερο για ένα νοικοκυριό. Γιατί αυτό που κυρίαρχα ενδιαφέρει είναι η τιμή της ενέργειας, και να είναι αυτή όσο ανταγωνιστικότερη/χαμηλότερη γίνεται. Ώστε να μην επιβαρύνεται ο οικογενειακός προϋπολογισμός με μεγάλο κονδύλι για την πληρωμή του λογαριασμού ρεύματος. Και σε αυτό το κυρίαρχο πεδίο τα πράσινα τιμολόγια δεν τα πήγαν και τόσο. Ή μάλλον δεν τα πήγαν καθόλου καλά. Μετά από μια αρχική περίοδο μερικών μηνών το 2024, τα πράσινα τιμολόγια έγιναν σταθερά ακριβότερα από τα σταθερά τιμολόγια. Και παρέμειναν έτσι όλο αυτό το διάστημα μέχρι σήμερα. Με αποτέλεσμα, όπως πολύ εύστοχα έγραψε ο Νίκος Φιλιππίδης, να δημιουργείται ένα νέο κοινωνικό πρόβλημα. Που συνίσταται σε πάνω από 3 εκατομμύρια νοικοκυριά να παραμένουν στα ακριβότερα πράσινα τιμολόγια, χωρίς να δείχνουν ενδιαφέρον (ή να μην ξέρουν πώς) να βρουν μια φθηνότερη λύση. Παρόλο που η αγορά προσφέρει τέτοιες. Και από τις αρχές του 2026 το πρόβλημα εντάθηκε μετά την αλλαγή στις κλίμακες κατανάλωσης των πράσινων τιμολογίων από τον μεγαλύτερο πάροχο, αυτόν που έχει και πάνω από το 90% των νοικοκυριών από αυτά που παραμένουν σε πράσινο τιμολόγιο. Το κοινωνικό πρόβλημα με τις τιμές ρεύματος αποτυπώνεται και από την ΕΛΣΤΑΤ η οποία στις αρχές του 2026 αναθεώρησε τους συντελεστές βαρύτητας των διαφόρων αγαθών και υπηρεσιών για τον υπολογισμό του μηνιαίου πληθωρισμού. Και σε αυτή τη διαδικασία ο συντελεστής βαρύτητας του ρεύματος αυξήθηκε από το 35,82‰ σε 42,73‰. Κι επειδή δεν είναι η κατανάλωση ρεύματος αυτή που μεγάλωσε, η αύξηση του συντελεστή βαρύτητας αντικατοπτρίζει τις αυξημένες τιμές ανά κιλοβατώρα.
Και ως επιστέγασμα όλων αυτών ήρθε ο πόλεμος στο Ιράν με τις συνεπακόλουθες μεγάλες αυξήσεις τιμών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Και όταν οι, πολύ, αυξημένες τιμές αερίου περάσουν και στην χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού στην Ελλάδα τότε θα ακολουθήσουν και μεγάλες αυξήσεις στα κυμαινόμενα, πράσινα τιμολόγια. Και τότε θα πρέπει πάλι να παρέμβει η κυβέρνηση με επιδοτήσεις για να ελαφρυνθούν τα νοικοκυριά. Και για τη χρηματοδότηση αυτών των επιδοτήσεων θα κληθεί προς βοήθεια ο κρατικός προϋπολογισμός ή/και ξανά κάποια έκτακτη φορολογική επιβάρυνση στις εταιρείες ηλεκτρισμού. Γιατί λοιπόν να μη δράσουμε αυτή τη φορά ως Προμηθείς και όχι ως Επιμηθείς και να μη λύσουμε το πρόβλημα με τα πράσινα τιμολόγια σε μόνιμη βάση; Ό,τι θετικό ρόλο είχαν να επιτελέσουν το έχουν κάνει ήδη. Και είναι καιρός τώρα πια να ακούσει η κυβέρνηση εκείνες τις φωνές που την προτρέπουν να οδηγήσει τα πράγματα σε μια μεταφορά των νοικοκυριών από τα πράσινα σε κάποιου σταθερού τύπου τιμολόγια. Για να πετύχουμε φθηνότερες τιμές ρεύματος για τη μεγάλη πλειοψηφία των νοικοκυριών που δεν θέλει να ασχολείται σε μηνιαία ή καθημερινή βάση με τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας και να γλυτώσουμε και από αυτό το ευρύ κοινωνικό άγχος για το τι τιμές ρεύματος θα ανακοινωθούν κάθε πρώτη του μηνός.
Γιώργος Στάμτσης, Διδάκτωρ Μηχανικός, Στέλεχος Αγοράς Ενέργειας