Μενού Ροή
Πράσινη οικονομία: Όταν η προστασία της βιοποικιλότητας γίνεται επένδυση στον τουρισμό
Google Logo ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ENERGYMAG.GR ΩΣ ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΠΗΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ GOOGLE

Η βιοποικιλότητα εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της πράσινης οικονομίας και της βιώσιμης ανάπτυξης. Δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά παράγοντα οικονομικής ανθεκτικότητας, επενδυτικής αξιοπιστίας και ανταγωνιστικότητας για επιχειρήσεις και προορισμούς.

Σε αυτό το νέο πλαίσιο, ο τουρισμός καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και τη διατήρηση του φυσικού κεφαλαίου από το οποίο εξαρτάται η ίδια η δραστηριότητά του. Η περίπτωση της Costa Navarino στη Μεσσηνία επιχειρεί να δείξει ότι οι δύο αυτοί στόχοι μπορούν να συνυπάρξουν, όταν η προστασία του περιβάλλοντος εντάσσεται στον πυρήνα της επιχειρηματικής στρατηγικής.

Η φύση ως αναπτυξιακό κεφάλαιο

Η διοίκηση της Costa Navarino υποστηρίζει ότι έχει ενσωματώσει τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης σε όλες τις δραστηριότητές της, επενδύοντας παράλληλα στη διατήρηση των φυσικών οικοσυστημάτων, στον σεβασμό της τοπικής πολιτιστικής κληρονομιάς και στη συνεργασία με την κοινωνία της Μεσσηνίας.

Η προσέγγιση αυτή συνάδει με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή αντίληψη περί «φυσικού κεφαλαίου», σύμφωνα με την οποία η προστασία των οικοσυστημάτων δεν αποτελεί κόστος, αλλά επένδυση που δημιουργεί μακροπρόθεσμη οικονομική αξία. Άλλωστε, η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και της Στρατηγικής για τη Βιοποικιλότητα έως το 2030, προωθεί την ενσωμάτωση της προστασίας της φύσης σε όλους τους παραγωγικούς κλάδους, συμπεριλαμβανομένου του τουρισμού.

Συστηματική παρακολούθηση της βιοποικιλότητας

Στο πλαίσιο αυτό, από το 2025 υλοποιείται ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα παρακολούθησης της βιοποικιλότητας, το οποίο συγκαταλέγεται στις πιο εκτεταμένες επιστημονικές καταγραφές που έχουν πραγματοποιηθεί σε τουριστικό προορισμό στην Ελλάδα.

Η έρευνα καλύπτει τις περιοχές Navarino Dunes, Navarino Bay και Navarino Hills, εξετάζοντας ένα πολύπλοκο μωσαϊκό οικοσυστημάτων που περιλαμβάνει παράκτιες ζώνες, υγροτόπους, ρέματα, αιωνόβιους ελαιώνες, τεχνητές λίμνες και γήπεδα γκολφ.

Την επιστημονική υλοποίηση έχει αναλάβει η εξειδικευμένη ομάδα της Nature Conservation Consultants (NCC), πραγματοποιώντας επιτόπιες καταγραφές σε όλη τη διάρκεια του έτους ώστε να αποτυπώνεται η εποχική εξέλιξη των οικοσυστημάτων και η πραγματική κατάσταση της τοπικής βιοποικιλότητας.

Τα πρώτα ευρήματα

Τα αποτελέσματα του πρώτου δωδεκάμηνου παρακολούθησης, από τον Μάρτιο του 2025 έως τον Μάρτιο του 2026, σύμφωνα με τη διοίκηση, αναδεικνύουν τον ιδιαίτερα υψηλό φυσικό πλούτο της περιοχής.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, καταγράφηκε περίπου το 25% των ειδών πτηνών που απαντώνται στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων απειλούμενα, μεταναστευτικά και νυκτόβια είδη, όπως ο ήταυρος και ο μπούφος.

Παράλληλα, εντοπίστηκαν οκτώ είδη θηλαστικών με σταθερούς πληθυσμούς, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι καταγραφές ενδημικών ερπετών και αμφιβίων της Πελοποννήσου, όπως η μεσογειακή χελώνα και η βαλκανική νεροχελώνα.

Η μελέτη κατέγραψε ακόμη περισσότερους από 30 τύπους οικοτόπων, αρκετοί από τους οποίους χαρακτηρίζονται ως οικότοποι προτεραιότητας σύμφωνα με την ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία. Παράλληλα, με βάση τα όσα αναφέρει η εταιρεία, η χλωρίδα της περιοχής αντιστοιχεί περίπου στο 9% της συνολικής χλωρίδας της Πελοποννήσου, με το 89% των ειδών να είναι αυτόχθονα και να περιλαμβάνει ελληνικά και βαλκανικά ενδημικά φυτά καθώς και δώδεκα προστατευόμενα είδη.

Τα γήπεδα γκολφ και η οικολογική διαχείριση

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα της έρευνας αφορά τα γήπεδα γκολφ, τα οποία συχνά βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης για το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, οι συγκεκριμένες εκτάσεις δεν λειτουργούν αποκομμένα από το φυσικό περιβάλλον, αλλά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο δίκτυο οικοτόπων, φιλοξενώντας σημαντικό αριθμό ειδών πανίδας και χλωρίδας. Οι επιστήμονες κατέγραψαν απειλούμενα πτηνά, ενδημικά ερπετά και σταθερούς πληθυσμούς θηλαστικών, γεγονός που υποδεικνύει ότι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις περιβαλλοντικής διαχείρισης, ακόμη και απαιτητικές τουριστικές υποδομές μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση της βιοποικιλότητας.

Βεβαίως, η συνολική περιβαλλοντική αξιολόγηση τέτοιων εγκαταστάσεων εξαρτάται και από άλλους κρίσιμους παράγοντες, όπως η κατανάλωση νερού, η ενεργειακή απόδοση, η χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων και η ορθολογική διαχείριση των φυσικών πόρων κάτι που, όπως τονίζεται, προτάσσεται στρατηγικά με σειρά δράσεων από την Costa Navarino με σημαντικές επενδύσεις σε θέματα διαχείρισης και επαναχρησιμοποίησης νερού, σε ΑΠΕ και δράσειςς κυκλικής οικονομίας.

ESG και τουριστικές επενδύσεις

Άλλωστε, η διατήρηση της βιοποικιλότητας αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία και για τις ίδιες τις επενδύσεις. Τα κριτήρια ESG (Περιβάλλον, Κοινωνία και Εταιρική Διακυβέρνηση) αξιολογούν πλέον όχι μόνο τις εκπομπές άνθρακα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μια επιχείρηση προστατεύει τα οικοσυστήματα, χρησιμοποιεί τους φυσικούς πόρους και συνεργάζεται με τις τοπικές κοινωνίες.

Παράλληλα, οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες για τη βιώσιμη χρηματοδότηση και τις εταιρικές γνωστοποιήσεις ωθούν ολοένα περισσότερες επιχειρήσεις να τεκμηριώνουν τις επιδόσεις τους σε ζητήματα φύσης και βιοποικιλότητας με μετρήσιμα επιστημονικά δεδομένα.

Υπό αυτό το πρίσμα, η συστηματική παρακολούθηση της βιοποικιλότητας δεν αποτελεί μόνο εργαλείο περιβαλλοντικής προστασίας, αλλά και στοιχείο εταιρικής διαφάνειας και διαχείρισης κινδύνων.

Το νέο μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης

Η περίπτωση της Costa Navarino, πάντως, αναδεικνύει ότι η βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη δεν περιορίζεται στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος ή στην εφαρμογή τεχνολογιών εξοικονόμησης ενέργειας. Απαιτεί συνεχή επιστημονική γνώση, προστασία των φυσικών οικοσυστημάτων και μακροπρόθεσμη στρατηγική διαχείρισης του φυσικού κεφαλαίου.

Καθώς η Ευρώπη επιταχύνει την εφαρμογή πολιτικών για την αποκατάσταση της φύσης και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των οικοσυστημάτων, οι τουριστικοί προορισμοί που επενδύουν στη βιοποικιλότητα αποκτούν ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η ανάπτυξη περισσότερων τουριστικών υποδομών, αλλά η δημιουργία προορισμών που παράγουν οικονομική αξία, ενισχύοντας παράλληλα το φυσικό περιβάλλον και την ευημερία των τοπικών κοινωνιών.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας