Μενού Ροή
plastika
Ανακύκλωση - DRS: Το 2027 ο στόχος για την επιστροφή εγγύησης στις συσκευασίες
Google Logo ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ENERGYMAG.GR ΩΣ ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΠΗΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ GOOGLE

Το 2027 αποτελεί τον χρονικό ορίζοντα για την έναρξη λειτουργίας του συστήματος επιστροφής εγγύησης (Deposit Return System – DRS) για τις συσκευασίες ποτών, σε μια προσπάθεια να αυξηθούν οι ποσότητες των ανακυκλώσιμων υλικών που συλλέγονται και να βελτιωθεί η ποιότητά τους. Ωστόσο, οι καθυστερήσεις στην εφαρμογή του νέου συστήματος, η ανεπαρκής χρηματοδότηση, οι ελλείψεις στις υποδομές και οι χαμηλές επιδόσεις στην ανακύκλωση πλαστικών εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικές προκλήσεις για την Ελλάδα.

Η πρόταση για το DRS βρίσκεται υπό αξιολόγηση από τον Ελληνικό Οργανισμό Ανακύκλωσης (ΕΟΑΝ), με τη διοίκησή του να επισημαίνει ότι ζητούμενο δεν είναι μόνο η ταχεία εφαρμογή του, αλλά και η αποφυγή νέων προβλημάτων στον σχεδιασμό και τη λειτουργία του. «Στόχος είναι το σύστημα να λειτουργήσει σύντομα και σωστά», ανέφερε η διευθύνουσα σύμβουλος του ΕΟΑΝ, Αλεξάνδρα Τόγια, προσθέτοντας ότι πρέπει να καλυφθούν οι καθυστερήσεις, χωρίς να υπονομευθεί η αποτελεσματικότητα του εγχειρήματος.

Το ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο του συνεδρίου Plastainability 2026, που διοργάνωσε τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος (ΣΒΠΕ), στο ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος». Στις παρεμβάσεις των εκπροσώπων της πολιτείας, της βιομηχανίας και των φορέων ανακύκλωσης αναδείχθηκε η ανάγκη να αντιμετωπιστεί η ανακύκλωση ως ένα ενιαίο σύστημα, στο οποίο η συλλογή, η διαλογή, η επεξεργασία και η απορρόφηση των δευτερογενών πρώτων υλών πρέπει να λειτουργούν συμπληρωματικά.

Σε αξιολόγηση το σύστημα επιστροφής εγγύησης

Απαντώντας σε ερώτηση για το πότε θα μπορούν οι καταναλωτές να επιστρέφουν τις συσκευασίες τους και να λαμβάνουν πίσω το ποσό της εγγύησης, η Αλεξάνδρα Τόγια ανέφερε ότι η έναρξη λειτουργίας του συστήματος τοποθετείται στο 2027. Όπως εξήγησε, η σχετική πρόταση κατατέθηκε στις 7 Αυγούστου και αξιολογείται εντατικά, με τον ΕΟΑΝ να έχει ζητήσει και τη συνδρομή εξειδικευμένης εταιρείας εγνωσμένου κύρους, προκειμένου να εξεταστούν οι αδυναμίες του σχεδιασμού.

Με το DRS, οι καταναλωτές θα καταβάλλουν ένα επιπλέον ποσό κατά την αγορά ποτών σε συγκεκριμένες συσκευασίες και θα το ανακτούν όταν επιστρέφουν τις άδειες συσκευασίες στα προβλεπόμενα σημεία συλλογής. Η εφαρμογή του αποσκοπεί στη συγκέντρωση μεγαλύτερων ποσοτήτων πλαστικών και μεταλλικών συσκευασιών, σε καλύτερη κατάσταση, ώστε να μπορούν να αξιοποιηθούν εκ νέου από τη βιομηχανία.

Η καθυστέρηση, ωστόσο, έχει προκαλέσει προβληματισμό στους φορείς του κλάδου. Ο Φίλιππος Κυρκίτσος, ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος της Οικολογικής Εταιρείας Ανακύκλωσης, υποστήριξε ότι η Πολιτεία έπρεπε να είχε κινηθεί νωρίτερα, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα έχει παραμείνει σε εκκρεμότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα. «Η Πολιτεία έπρεπε να είχε κινηθεί νωρίτερα, αλλά άφησε το ζήτημα να χρονίζει», ανέφερε, εκφράζοντας την προσδοκία ότι η εφαρμογή του DRS θα συμβάλει στη βελτίωση της κατάστασης.

Ο ίδιος απέρριψε, παράλληλα, την προσέγγιση που περιορίζει τη σημασία του συστήματος στο ποσοστό των υλικών που αντιπροσωπεύει ως προς το συνολικό βάρος των αποβλήτων. Όπως υποστήριξε, η συμβολή του πρέπει να αξιολογείται και με βάση τον όγκο και το κόστος διαχείρισης των υλικών που εκτρέπονται από την απόρριψη. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η εξοικονόμηση για την τοπική αυτοδιοίκηση θα μπορούσε να φτάσει τα 60 εκατ. ευρώ.

H ανακύκλωση πλαστικών συσκευασιών

Οι δυσκολίες του υφιστάμενου συστήματος αποτυπώνονται στις επιδόσεις της Ελλάδας στην ανακύκλωση πλαστικών συσκευασιών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο, το σχετικό ποσοστό διαμορφώνεται περίπου στο 32%, έναντι άνω του 43% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η γενική διευθύντρια Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΣΕΒ, Ντιάνα Γεωργακοπούλου, ανέδειξε την ανάγκη ενίσχυσης των υποδομών, αλλά και δημιουργίας κινήτρων που θα διευκολύνουν τη χρήση ανακυκλωμένων υλικών από τις επιχειρήσεις. Όπως σημείωσε, η βελτίωση των επιδόσεων προϋποθέτει συνδυασμό κινήτρων και αντικινήτρων, με παράλληλη αντιμετώπιση της εισφοροδιαφυγής, η οποία εξακολουθεί να επιβαρύνει τη λειτουργία του συστήματος.

Η ίδια επισήμανε ότι στην Ελλάδα παράγονται περίπου 519 κιλά αποβλήτων ανά κάτοικο, έναντι 515 κιλών στην ΕΕ, ενώ υπογράμμισε ότι σημαντικό μέρος των υλικών εξακολουθεί να μην αξιοποιείται. Στις προκλήσεις περιλαμβάνονται, επίσης, η υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και η αυξημένη παρουσία εισαγόμενων πλαστικών συσκευασιών στην αγορά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, οι εισαγωγές πλαστικών συσκευασιών υπερβαίνουν το 42%, γεγονός που, σε συνδυασμό με τη μείωση της ποσότητας των ανακυκλωμένων υλικών, εντείνει τις πιέσεις για την ευρωπαϊκή παραγωγή. Η ενίσχυση της κυκλικής οικονομίας, επομένως, δεν αφορά μόνο την περιβαλλοντική διαχείριση, αλλά συνδέεται άμεσα με την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και τη δημιουργία αγοράς για τις δευτερογενείς πρώτες ύλες.

Η υποχρηματοδότηση και το κόστος για τους δήμους

Στο ζήτημα της χρηματοδότησης εστίασε ο Φίλιππος Κυρκίτσος, υποστηρίζοντας ότι οι διαθέσιμοι πόροι δεν επαρκούν για να στηρίξουν ένα αποτελεσματικό σύστημα ανακύκλωσης. «Η ανακύκλωση υποχρηματοδοτείται», ανέφερε, προτείνοντας τον τριπλασιασμό των σχετικών εισφορών, ώστε να ενισχυθούν τόσο οι υποδομές όσο και οι δήμοι.

Όπως εξήγησε, η ανακύκλωση αποτελεί ένα σύνθετο σύστημα στο οποίο εμπλέκονται διαφορετικοί οικονομικοί παράγοντες, με ενίοτε αντικρουόμενα συμφέροντα. Οι ανταγωνισμοί και οι δυσλειτουργίες μπορούν να επηρεάσουν ακόμη και κρίσιμες υποδομές, όπως τα Κέντρα Διαλογής Ανακυκλώσιμων Υλικών (ΚΔΑΥ). «Όλοι οι εμπλεκόμενοι φέρουν μέρος της ευθύνης», σημείωσε, διευκρινίζοντας ότι αυτό δεν απαλλάσσει από τις ευθύνες τους τους υπόλοιπους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.

Ο ίδιος υπογράμμισε ότι το DRS δεν πρέπει να εξετάζεται απομονωμένα από τις υπόλοιπες πολιτικές διαχείρισης αποβλήτων. Έθεσε, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της εφαρμογής της αρχής «πληρώνω όσο πετάω», της ενίσχυσης της χωριστής συλλογής των οργανικών αποβλήτων μέσω του καφέ κάδου, καθώς και της αύξησης της αξιοποίησης δευτερογενών καυσίμων από την τσιμεντοβιομηχανία.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στα αγροτικά πλαστικά, για τα οποία παραμένουν εκκρεμότητες στο κανονιστικό πλαίσιο. Όπως υποστήριξε, απαιτούνται επενδύσεις και καινοτόμες λύσεις, ώστε τα υλικά να αξιοποιούνται αντί να καταλήγουν προς απόρριψη. «Κάθε απόβλητο αποτελεί πρόκληση και απαιτεί σημαντική δουλειά», ανέφερε, θέτοντας ως ορίζοντα την αντιμετώπιση των εκκρεμοτήτων έως το 2030.

Η διαλογή στην πηγή και η αγορά για τα ανακυκλωμένα υλικά

Για την Αλεξάνδρα Τόγια, η αποτελεσματικότητα της ανακύκλωσης δεν εξαρτάται μόνο από τη συλλογή των αποβλήτων, αλλά από τη λειτουργία ολόκληρης της αλυσίδας διαχείρισης. Όπως σημείωσε, έχουν καταγραφεί βελτιώσεις στις υποδομές και στη συνολική διαχείριση, χωρίς ωστόσο να έχει επιλυθεί το πρόβλημα της αποτελεσματικής αξιοποίησης των υλικών.

«Εάν δεν γίνεται σωστός διαχωρισμός των αποβλήτων, δεν μπορούμε να έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα», υπογράμμισε, δίνοντας έμφαση στη διαλογή στην πηγή, στους ελέγχους και στη σαφή κατανομή των ευθυνών μεταξύ των εμπλεκομένων.

Η διευθύνουσα σύμβουλος του ΕΟΑΝ αναφέρθηκε, παράλληλα, στην προετοιμασία νομοθετικών παρεμβάσεων για τη διευρυμένη ευθύνη του παραγωγού στα βιοαπόβλητα, καθώς και σε αντίστοιχες ρυθμίσεις που αφορούν τα απόβλητα εκσκαφών, κατασκευών και κατεδαφίσεων (ΑΕΚΚ). Επισήμανε, ωστόσο, ότι η γεωγραφική ιδιαιτερότητα της χώρας δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες, ενώ η αποτελεσματική εποπτεία των φορέων εναλλακτικής διαχείρισης παραμένει κρίσιμο ζήτημα.

Εξίσου σημαντική είναι η ύπαρξη αγορών για τα ανακυκλωμένα υλικά. «Το ζητούμενο είναι να εξασφαλίζουμε την παραγωγή αξιοποιήσιμου υλικού», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η ανακύκλωση δεν μπορεί να ολοκληρωθεί εάν δεν υπάρχουν επιχειρήσεις που να απορροφούν τις δευτερογενείς πρώτες ύλες. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα εμφανές σε ορισμένα ρεύματα αποβλήτων, όπως τα ΑΕΚΚ, όπου παρατηρείται έλλειψη αποδεκτών για συγκεκριμένα υλικά.

Η ίδια έδωσε έμφαση και στην αξιοπιστία των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση της ανακύκλωσης, καθώς και στην ανάγκη συστηματικών ελέγχων και μελετών. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η ενίσχυση της περιβαλλοντικής συνείδησης των πολιτών και η συνεργασία μεταξύ των φορέων αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για τη βελτίωση των επιδόσεων.

Τα αγροτικά πλαστικά και οι κρίσιμοι κρίκοι της αλυσίδας

Τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η ανακύκλωση των αγροτικών πλαστικών ανέδειξε η διευθύνουσα σύμβουλος της ΑΧΑΪΚΑ ΠΛΑΣΤΙΚΑ, Ιωάννα Θανασούλια, εστιάζοντας στις ιδιαιτερότητες του αγροτικού φιλμ και στην ανάγκη σωστής συλλογής και διαλογής του.

«Εάν δεν καταφέρουμε να διαχωρίσουμε σωστά το συγκεκριμένο απόβλητο από την αρχή, η διαχείρισή του γίνεται δύσκολη», σημείωσε, εξηγώντας ότι ακόμη και ένας καλά σχεδιασμένος μηχανισμός μπορεί να αντιμετωπίσει σημαντικές δυσκολίες κατά την εφαρμογή του.

Όπως υπογράμμισε, η ανακύκλωση είναι μια αλυσίδα, στην οποία κάθε στάδιο επηρεάζει το επόμενο. «Εάν ένας κρίκος δεν λειτουργήσει σωστά, ολόκληρο το σύστημα κινδυνεύει να καταρρεύσει», ανέφερε, τονίζοντας ότι απαιτούνται εκπαίδευση των εμπλεκομένων, εφαρμογή ορθών πρακτικών και σαφής κατανομή ευθυνών.

Το τελικό ζητούμενο, σύμφωνα με την ίδια, είναι η παραγωγή ποιοτικής δευτερογενούς πρώτης ύλης, η οποία θα μπορεί να αξιοποιηθεί από τη βιομηχανία. Χωρίς σωστό διαχωρισμό και κατάλληλη επεξεργασία, η δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης των υλικών περιορίζεται, ακόμη και όταν υπάρχει διαθέσιμη τεχνολογία ανακύκλωσης.

Καινοτομία, ενέργεια και ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας

Η συζήτηση για την ανακύκλωση συνδέθηκε και με τις ευρύτερες προκλήσεις της ελληνικής και ευρωπαϊκής βιομηχανίας, από το ενεργειακό κόστος έως την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και την ανάγκη ενσωμάτωσης νέων τεχνολογιών.

Ο Χρήστος Βασιλάκος, διευθυντής του Τομέα Βιομηχανίας, Ενέργειας και Πράσινης Μετάβασης του ΣΕΒ, επισήμανε ότι η επαναβιομηχάνιση της Ευρώπης προϋποθέτει επενδύσεις, καινοτομία και ενεργειακές υποδομές. Όπως ανέφερε, οι εκθέσεις Λέτα και Ντράγκι έχουν ήδη αναδείξει κρίσιμες αδυναμίες της ευρωπαϊκής παραγωγής, ενώ η πράσινη μετάβαση πρέπει να προχωρήσει με τρόπο που να προστατεύει την παραγωγική δραστηριότητα.

«Η πράσινη μετάβαση πρέπει να υλοποιηθεί με ρυθμό που να προστατεύει την παραγωγή», σημείωσε, τονίζοντας ότι η επαναβιομηχάνιση απαιτεί ενέργεια και, ως εκ τούτου, επενδύσεις στην αποθήκευση. Παράλληλα, ανέδειξε την παραγωγικότητα και την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης ως κρίσιμους παράγοντες για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, μόλις το 7,7% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα χρησιμοποιεί τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, έναντι 18% στην ΕΕ. Όπως υπογράμμισε, η ανάγκη για καινοτομία «δεν αποτελεί απλώς μια τάση, αλλά άμεση αναγκαιότητα».

Από την πλευρά του, ο διευθύνων σύμβουλος της MACPAC, Στέφανος Παπάζογλου, έθεσε στο επίκεντρο την ανάγκη σύνδεσης των νέων με τη βιομηχανία. «Πρέπει να ανοίξουμε τα εργοστάσια στους νέους, ώστε να έρθουν πιο κοντά στη βιομηχανία και να γνωρίσουν τις δυνατότητές της», ανέφερε, επισημαίνοντας παράλληλα ότι τα πλαστικά αποτελούν σημαντικό κομμάτι της παραγωγικής οικονομίας.

Όπως σημείωσε, η εμπειρία της πανδημίας ανέδειξε τη σημασία των πλαστικών σε κρίσιμες εφαρμογές, ενώ προειδοποίησε ότι η ταχεία εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης θα μεταβάλει σημαντικά το παραγωγικό περιβάλλον τα επόμενα χρόνια. Κατά τον ίδιο, η βιομηχανία χρειάζεται να ενισχύσει την κοινωνική της αποδοχή, προβάλλοντας τον ρόλο της στην οικονομία και τις δυνατότητες που προσφέρει στους εργαζομένους.

Στο ζήτημα του ανθρώπινου δυναμικού αναφέρθηκε και ο γενικός διευθυντής Βιομηχανίας, Γιώργος Δρόσος, εκπροσωπώντας τον γενικό γραμματέα Βιομηχανίας, Ελευθέριο Κρητικό, ο οποίος δεν παρέστη. Όπως επισήμανε, η στελέχωση των επιχειρήσεων αποτελεί σημαντική πρόκληση, ενώ τα τεχνικά επαγγέλματα προσφέρουν προοπτικές απασχόλησης, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία η τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να μετασχηματίσει πολλές επαγγελματικές δραστηριότητες.

Ο Ηλίας Ντεμιάν, επικεφαλής του Τμήματος Περιβαλλοντικών Οικονομικών του ΙΟΒΕ, στάθηκε στη μετάβαση από την επιστημονική έρευνα στην παραγωγική εφαρμογή. Όπως ανέφερε, η Ελλάδα καταγράφει υψηλή θέση στην Ευρώπη ως προς τις επιστημονικές δημοσιεύσεις για την καινοτομία, αλλά εξακολουθεί να δυσκολεύεται στη μετατροπή της ερευνητικής δραστηριότητας σε εφαρμογές που μπορούν να κλιμακωθούν και να αξιοποιηθούν εμπορικά.

«Το πρόβλημα εντοπίζεται στη συνέχεια, δηλαδή στη μετάβαση από την έρευνα στην εφαρμογή και την κλιμάκωση», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι, παρά τη διαθεσιμότητα χρηματοδοτικών πόρων, απαιτείται μεγαλύτερη προσπάθεια για την ανάπτυξη ισχυρών ομάδων έρευνας και ανάπτυξης.

Η κυκλική οικονομία ως μοχλός ανάπτυξης

Στην ανάγκη να αντιμετωπιστεί η κυκλική οικονομία ως εργαλείο ανάπτυξης και όχι αποκλειστικά ως περιβαλλοντική υποχρέωση εστίασε και Ελένη (Λένα) Μπέλση,Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου στον ΣΕΠΑΝ (Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Περιβαλλοντικής Προστασίας και Ανακύκλωσης), επισημαίνοντας ότι οι καθυστερήσεις στην εφαρμογή του DRS συνδέονται με περισσότερους από έναν παράγοντες.

Παράλληλα, έθεσε ζητήματα που αφορούν το greenwashing, τη φορολογία και την ανάγκη ενεργότερης συμμετοχής των αρμόδιων υπουργείων. Η εφαρμογή αποτελεσματικών πολιτικών, όπως προκύπτει από τις παρεμβάσεις των συμμετεχόντων, απαιτεί συντονισμό μεταξύ της Πολιτείας, των επιχειρήσεων, των δήμων και των φορέων ανακύκλωσης, αλλά και σταθερό πλαίσιο που θα ενθαρρύνει τις επενδύσεις.

Συνολικά, πάντως, με βάση τους ομιλητές,  η βελτίωση της ανακύκλωσης δεν μπορεί να στηριχθεί σε μία μόνο παρέμβαση. Το σύστημα επιστροφής εγγύησης αποτελεί σημαντικό βήμα, αλλά η αποτελεσματικότητά του θα εξαρτηθεί από την έγκαιρη εφαρμογή του, την επάρκεια των υποδομών, τη χρηματοδότηση, την ποιότητα της συλλογής και την ύπαρξη αγοράς για τα ανακυκλωμένα υλικά.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας