Το υψηλό ενεργειακό κόστος, η ανάγκη για επενδύσεις στην αποθήκευση και η επιτάχυνση της κυκλικής οικονομίας βρέθηκαν στο επίκεντρο του Plastainability 2026 του Συνδέσμου Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος (ΣΒΠΕ). Παράλληλα, η ενίσχυση της ανακύκλωσης, η βελτίωση της ποιότητας των δευτερογενών πρώτων υλών και η μετάβαση από την έρευνα στη βιομηχανική εφαρμογή αναδείχθηκαν σε κρίσιμες προϋποθέσεις για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του κλάδου.
Το ενεργειακό κόστος και η ανάγκη αναμόρφωσης του τρόπου διαμόρφωσης των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας αναδείχθηκαν σε κεντρικά ζητήματα για τη βιομηχανία πλαστικών, στο πλαίσιο του Plastainability 2026, που διοργάνωσε ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, στο ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος». Το μήνυμα που προέκυψε από τις τοποθετήσεις των εκπροσώπων της βιομηχανίας, της Πολιτείας και των αρμόδιων φορέων ήταν σαφές: η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής, ενώ η επαναβιομηχάνιση της χώρας προϋποθέτει πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή ενέργεια, σύγχρονες υποδομές και ένα σταθερό πλαίσιο για τις επενδύσεις.
Στην καταληκτική του τοποθέτηση, ο πρόεδρος του Συνδέσμου, Γεροντόπουλος, έθεσε ευθέως το ζήτημα της ενεργειακής τιμολόγησης, επισημαίνοντας ότι, παρά τη σημαντική συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο ελληνικό ενεργειακό μείγμα, η επίδρασή τους στο τελικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας δεν αποτυπώνεται απαραίτητα με τρόπο που να ευνοεί τους βιομηχανικούς καταναλωτές. Όπως ανέφερε, οι ΑΠΕ κάλυψαν φέτος το 50% του ενεργειακού μείγματος της Ελλάδας, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχη αποκλιμάκωση του κόστους για τη βιομηχανία.
Στο επίκεντρο της κριτικής του βρέθηκε το σύστημα οριακής τιμολόγησης, το οποίο καθορίζει την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στην αγορά. Η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ, σύμφωνα με την προσέγγιση που παρουσιάστηκε, καθιστά αναγκαία την επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο η λειτουργία της αγοράς μεταφράζεται σε τελικό κόστος για τις επιχειρήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάγκη επιτάχυνσης των επενδύσεων στην αποθήκευση ενέργειας, ώστε να αξιοποιείται αποτελεσματικότερα η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές και να ενισχύεται η δυνατότητα περιορισμού των τιμών.
Για τις επιχειρήσεις του κλάδου των πλαστικών, η ενέργεια αποτελεί κρίσιμο παράγοντα λειτουργικού κόστους και ανταγωνιστικότητας. Η δυνατότητα διατήρησης της παραγωγής στην Ελλάδα, πραγματοποίησης νέων επενδύσεων και προσαρμογής στις αυστηρότερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το κατά πόσο το ενεργειακό κόστος μπορεί να παραμείνει σε επίπεδα που επιτρέπουν τη βιώσιμη λειτουργία των μονάδων. Η ενεργειακή πολιτική, επομένως, συνδέεται άμεσα με την ευρύτερη συζήτηση για την επαναβιομηχάνιση της Ευρώπης και την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής βάσης.
Η πράσινη μετάβαση με όρους ανταγωνιστικότητας
Τη σύνδεση της ενεργειακής πολιτικής με την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας ανέδειξε και ο Χρήστος Βασιλάκος, διευθυντής του Τομέα Βιομηχανίας, Ενέργειας και Πράσινης Μετάβασης του ΣΕΒ. Όπως σημείωσε, η επαναβιομηχάνιση δεν ξεκινά από μηδενική βάση, καθώς υπάρχουν ήδη σημαντικές ευρωπαϊκές παρεμβάσεις και προτάσεις, μεταξύ των οποίων οι εκθέσεις Λέτα και Ντράγκι. Ωστόσο, η μετάβαση από τις διαπιστώσεις στην εφαρμογή προϋποθέτει συγκεκριμένες πολιτικές και επενδύσεις.
Κατά τον ίδιο, η πράσινη μετάβαση πρέπει να υλοποιηθεί με ρυθμό που να προστατεύει την παραγωγή. Η ενέργεια και οι επενδύσεις στην αποθήκευση αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για να μπορέσει η βιομηχανία να διατηρήσει τη θέση της σε ένα περιβάλλον αυξημένων διεθνών ανταγωνιστικών πιέσεων. Παράλληλα, η ενίσχυση της παραγωγικότητας απαιτεί περισσότερη καινοτομία και μεγαλύτερη αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών.
Ενδεικτικό της απόστασης που πρέπει να καλυφθεί είναι το ποσοστό των ελληνικών επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, το οποίο, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, διαμορφώνεται στο 7,7%, έναντι 18% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η τεχνολογική αναβάθμιση δεν αποτελεί πλέον προαιρετική επιλογή, αλλά παράγοντα που επηρεάζει άμεσα το κόστος, την παραγωγικότητα και την ικανότητα των επιχειρήσεων να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των αγορών.
Από την πλευρά του, ο Ηλίας Ντεμιάν, επικεφαλής του Τμήματος Περιβαλλοντικών Οικονομικών του ΙΟΒΕ, υπογράμμισε την ανάγκη εγρήγορσης και μεγαλύτερης έμφασης στην καινοτομία, σε μια περίοδο κατά την οποία διατίθενται πόροι για νέες επενδύσεις, αλλά ο ανταγωνισμός για την εξασφάλισή τους είναι έντονος. Όπως επισήμανε, η Ελλάδα εμφανίζει αξιόλογη παρουσία στην επιστημονική παραγωγή, ωστόσο εξακολουθεί να δυσκολεύεται στη μετάβαση από την έρευνα στην εφαρμογή και στην κλιμάκωση των τεχνολογιών σε βιομηχανική κλίμακα.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο η παραγωγή νέας γνώσης, αλλά και η δυνατότητα αξιοποίησής της μέσα στις επιχειρήσεις, με οργανωμένες ομάδες έρευνας και ανάπτυξης και επαρκείς επενδύσεις. Η απόσταση ανάμεσα στην επιστημονική καινοτομία και την εμπορική αξιοποίησή της αποτελεί ένα από τα εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν, ώστε η βιομηχανία πλαστικών να ανταποκριθεί στις τεχνολογικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις.
Ανακύκλωση: από τη διαλογή στην πηγή έως την αγορά δευτερογενών πρώτων υλών
Πέρα από το ενεργειακό, η συζήτηση ανέδειξε τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ανακύκλωσης, οι οποίες επηρεάζουν τόσο την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων όσο και τη δυνατότητα της βιομηχανίας να χρησιμοποιεί ανακυκλωμένες πρώτες ύλες με σταθερή ποιότητα και ανταγωνιστικό κόστος.
Η Ντιάνα Γεωργακοπούλου, γενική διευθύντρια Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΣΕΒ, επισήμανε ότι η ευρωπαϊκή αγορά αντιμετωπίζει πιέσεις, καθώς υποχωρεί η ανταγωνιστικότητα των ανακυκλωμένων υλικών και αυξάνονται οι εισαγωγές πλαστικών συσκευασιών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, οι εισαγωγές πλαστικών συσκευασιών υπερβαίνουν το 42%, ενώ το ποσοστό ανακύκλωσης των πλαστικών στην Ελλάδα διαμορφώνεται περίπου στο 32%, έναντι άνω του 43% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν τη διπλή πρόκληση για τον κλάδο: αφενός, να αυξηθεί η ποσότητα των υλικών που συλλέγονται και ανακυκλώνονται και, αφετέρου, να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε τα ανακυκλωμένα υλικά να μπορούν να απορροφηθούν από την αγορά. Η ύπαρξη επαρκούς και ποιοτικής δευτερογενούς πρώτης ύλης είναι κρίσιμη για τις επιχειρήσεις που επιδιώκουν να ενσωματώσουν ανακυκλωμένο περιεχόμενο στα προϊόντα τους, χωρίς να υποβαθμίζουν τις τεχνικές προδιαγραφές τους.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Ιωάννα Θανασούλια, διευθύνουσα σύμβουλος της ΑΧΑΪΚΑ ΠΛΑΣΤΙΚΑ Α.Ε.Β.Ε., ανέδειξε τις δυσκολίες που παρουσιάζει η διαχείριση ειδικών ρευμάτων αποβλήτων, όπως τα αγροτικά φιλμ. Όπως τόνισε, η επιτυχία της ανακύκλωσης εξαρτάται από τη λειτουργία ολόκληρης της αλυσίδας: από τον αρχικό διαχωρισμό και τη συλλογή έως την επεξεργασία και την παραγωγή υλικού που μπορεί να αξιοποιηθεί εκ νέου.
Ακόμη και ένα σύστημα που έχει σχεδιαστεί σωστά σε θεωρητικό επίπεδο μπορεί να αντιμετωπίσει σημαντικά προβλήματα στην εφαρμογή του, εάν δεν εκπαιδευτούν οι εμπλεκόμενοι, δεν τηρούνται οι κατάλληλες πρακτικές και δεν αποσαφηνίζονται οι ευθύνες σε κάθε στάδιο. Η ποιότητα του ανακυκλωμένου υλικού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το τι συμβαίνει πριν αυτό φτάσει στη μονάδα επεξεργασίας.
Την ανάγκη να αντιμετωπίζεται η ανακύκλωση ως ενιαίο σύστημα υπογράμμισε και η δρ Αλεξάνδρα Τόγια, διευθύνουσα σύμβουλος του Ελληνικού Οργανισμού Ανακύκλωσης (ΕΟΑΝ). Όπως ανέφερε, έχουν γίνει βήματα στην ανάπτυξη υποδομών και στη συνολική διαχείριση των αποβλήτων, ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές εκκρεμότητες. Η διαλογή στην πηγή, η εποπτεία των φορέων εναλλακτικής διαχείρισης, η αξιοπιστία των στοιχείων και η διασφάλιση της ποιότητας των παραγόμενων υλικών παραμένουν κρίσιμα ζητήματα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, επίσης, η ύπαρξη πραγματικής αγοράς για τα δευτερογενή υλικά. Η ανακύκλωση δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στη συλλογή και την επεξεργασία, εάν δεν υπάρχουν αποδέκτες που θα αξιοποιήσουν το τελικό προϊόν. Η δημιουργία σταθερής ζήτησης για ανακυκλωμένες πρώτες ύλες αποτελεί, συνεπώς, αναγκαία προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα των σχετικών επενδύσεων.
Καθυστερήσεις και χρηματοδότηση φρενάρουν την κυκλική οικονομία
Σημαντικό μέρος της συζήτησης επικεντρώθηκε στην ανάγκη επιτάχυνσης των θεσμικών παρεμβάσεων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το σύστημα επιστροφής εγγύησης (DRS). Η καθυστέρηση στην εφαρμογή του συστήματος, το οποίο προβλέπει την επιστροφή της εγγύησης στον καταναλωτή μετά την επιστροφή της συσκευασίας, εξακολουθεί να αποτελεί εκκρεμότητα για την ελληνική αγορά.
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση της εκπροσώπου του ΣΕΠΑΝ, Μπέρση, για το χρονοδιάγραμμα λειτουργίας του συστήματος, η δρ Αλεξάνδρα Τόγια ανέφερε ότι η έναρξη τοποθετείται στο 2027. Όπως εξήγησε, η σχετική πρόταση, η οποία κατατέθηκε στις 7 Αυγούστου, αξιολογείται εντατικά, με στόχο να εντοπιστούν και να αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες του σχεδιασμού, με τη συνδρομή εξειδικευμένης εταιρείας.
Την ανάγκη να προχωρήσει η εφαρμογή του DRS υπογράμμισε και ο δρ Φίλιππος Κυρκίτσος, ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος της ΜΚΟ «Οικολογική Εταιρεία Ανακύκλωσης». Κατά την τοποθέτησή του, έθεσε στο επίκεντρο την υποχρηματοδότηση του συστήματος ανακύκλωσης και την ανάγκη ενίσχυσης των πόρων που κατευθύνονται στις σχετικές υποδομές και στους δήμους. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι η εισφορά για την ανακύκλωση θα πρέπει να αυξηθεί σημαντικά, προκειμένου να υποστηριχθεί αποτελεσματικότερα η λειτουργία του συστήματος.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στην οικονομική επιβάρυνση που συνεπάγεται η διαχείριση πλαστικών τα οποία δεν ανακυκλώνονται, σημειώνοντας ότι το κόστος μπορεί να φτάσει τα 400–500 ευρώ ανά τόνο. Η αξιοποίηση των αποβλήτων μέσω επενδύσεων στην ανακύκλωση και σε εναλλακτικές μεθόδους διαχείρισης θα μπορούσε, σύμφωνα με την προσέγγισή του, να περιορίσει τις ποσότητες που καταλήγουν προς απόρριψη.
Στο ίδιο πλαίσιο, ανέδειξε τη σημασία της αξιοποίησης δευτερογενών καυσίμων, όπως το SRF, στην τσιμεντοβιομηχανία, καθώς και την ανάγκη να προχωρήσουν δράσεις για ειδικά ρεύματα αποβλήτων, όπως τα αγροτικά πλαστικά. Η αποτελεσματική διαχείριση κάθε ρεύματος απαιτεί στοχευμένες λύσεις, κατάλληλες υποδομές και σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων.
Η βιομηχανία χρειάζεται επενδύσεις, ανθρώπινο δυναμικό και κοινωνική αποδοχή
Οι προκλήσεις του κλάδου δεν περιορίζονται στην ενέργεια και την ανακύκλωση. Η στελέχωση των επιχειρήσεων με εξειδικευμένο προσωπικό αναδείχθηκε επίσης ως σημαντικό ζήτημα από τον γενικό διευθυντή Βιομηχανίας, δρ Γιώργο Δρόσο, ο οποίος εκπροσώπησε τον γενικό γραμματέα Βιομηχανίας Ελευθέριο Κρητικό.
Όπως σημείωσε, τα τεχνικά επαγγέλματα διαθέτουν σημαντικές προοπτικές, σε μια περίοδο κατά την οποία η τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να μεταβάλει το περιεχόμενο πολλών επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Η ενίσχυση της τεχνικής εκπαίδευσης και η στενότερη σύνδεσή της με τις ανάγκες των επιχειρήσεων αποτελούν, επομένως, βασικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της παραγωγικής δυναμικότητας.
Από την πλευρά του, ο Στέφανος Παπάζογλου, διευθύνων σύμβουλος της MACPAC Α.Ε., υπογράμμισε την ανάγκη να ανοίξουν τα εργοστάσια στους νέους, ώστε να γνωρίσουν στην πράξη τη βιομηχανία και τις δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης που προσφέρει. Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα της κοινωνικής αποδοχής του κλάδου, επισημαίνοντας ότι η συμβολή των πλαστικών σε κρίσιμες εφαρμογές, όπως φάνηκε και κατά τη διάρκεια της πανδημίας, πρέπει να αναδεικνύεται με μεγαλύτερη σαφήνεια.
Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς τη βιομηχανία πλαστικών συνδέεται, ωστόσο, και με την ικανότητά της να ανταποκρίνεται στις περιβαλλοντικές απαιτήσεις, να περιορίζει τα απόβλητα και να ενσωματώνει τις αρχές της κυκλικής οικονομίας στην παραγωγική διαδικασία.