Η έκτακτη Γενική Συνέλευση της ΔΕΗ άναψε το «πράσινο φως» για τη νέα Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου, εγκρίνοντας με ποσοστό 96,69% την πρόταση του διοικητικού συμβουλίου και ανοίγοντας τον δρόμο για την άντληση έως και 4 δισ. ευρώ από τις αγορές, με στόχο τη χρηματοδότηση του φιλόδοξου επενδυτικού προγράμματος του Ομίλου για την περίοδο 2026-2030.
Η συνέλευση πραγματοποιήθηκε με ισχυρή συμμετοχή, καθώς συμμετείχαν 595 μέτοχοι που εκπροσωπούσαν το 70,21% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, επιβεβαιώνοντας το έντονο ενδιαφέρον της αγοράς για τις επόμενες κινήσεις της επιχείρησης και το νέο στρατηγικό της μοντέλο.
Μετά την έγκριση των μετόχων, τη σκυτάλη παίρνει πλέον το διοικητικό συμβούλιο, το οποίο θα καθορίσει όλες τις τελικές παραμέτρους της ΑΜΚ, συμπεριλαμβανομένης της τιμής διάθεσης, του χρονοδιαγράμματος και της δομής της συναλλαγής. Σύμφωνα με όσα έχει αναφέρει ο Πρόεδρος και CEO του Ομίλου, Γιώργος Στάσσης, το βιβλίο προσφορών αναμένεται να ανοίξει στις αρχές της επόμενης εβδομάδας, πιθανότατα έως την Τρίτη.
Η αύξηση κεφαλαίου θα πραγματοποιηθεί μέσω έκδοσης έως και 369,27 εκατ. νέων κοινών, ονομαστικών μετοχών με δικαίωμα ψήφου, ενώ παράλληλα εγκρίθηκε και η κατάργηση των δικαιωμάτων προτίμησης των υφιστάμενων μετόχων. Η εταιρεία σχεδιάζει να προχωρήσει σε δημόσια προσφορά στην Ελλάδα και ταυτόχρονα σε ιδιωτική τοποθέτηση στο εξωτερικό μέσω διεθνούς βιβλίου προσφορών, με στόχο τη διεύρυνση της επενδυτικής βάσης και την προσέλκυση διεθνών θεσμικών κεφαλαίων.
Σύμφωνα με τη διοίκηση, η επιλογή της κατάργησης των δικαιωμάτων προτίμησης κρίθηκε απαραίτητη ώστε να διασφαλιστεί μια ανταγωνιστική και διαφανής διαδικασία τιμολόγησης, σύμφωνη με τη διεθνή πρακτική. Όπως επισημαίνεται στην ειδική έκθεση της εταιρείας, η ύπαρξη δικαιωμάτων προτίμησης συχνά λειτουργεί αποτρεπτικά για μεγάλους διεθνείς επενδυτές και ενδέχεται να περιορίσει τη συμμετοχή ισχυρών θεσμικών χαρτοφυλακίων. Παράλληλα, προβλέπεται μηχανισμός κατά προτεραιότητα κατανομής νέων μετοχών για τους υφιστάμενους μετόχους που θα συμμετάσχουν στη διαδικασία.
Τα κεφάλαια που θα αντληθούν προορίζονται για τη χρηματοδότηση του business plan 2026-2030, το οποίο προβλέπει επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αποθήκευση, ευέλικτη παραγωγή, δίκτυα, ψηφιακές υποδομές και νέες τεχνολογικές δραστηριότητες. Στόχος του Ομίλου είναι ο διπλασιασμός της εγκατεστημένης ισχύος σε ΑΠΕ και ευέλικτη παραγωγή στα 24,3 GW έως το 2030, με ισχυρή ανάπτυξη στην Ελλάδα και τη Ρουμανία, αλλά και περαιτέρω ενίσχυση της παρουσίας σε Ιταλία, Βουλγαρία και Κροατία.
Παράλληλα, το στρατηγικό σχέδιο προβλέπει επέκταση σε νέες αγορές της Κεντρικής Ευρώπης, όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Σλοβακία, μέσω οργανικής ανάπτυξης και εξαγορών, με στόχο την ανάπτυξη 2,2 GW εγκατεστημένης ισχύος σε έργα ΑΠΕ και αποθήκευσης έως το τέλος της δεκαετίας.
Κομβικό ρόλο στο νέο επιχειρηματικό μοντέλο της εταιρείας κατέχει και η επένδυση για την ανάπτυξη Data Center ισχύος 300 MW στις πρώην λιγνιτικές περιοχές της Κοζάνης, στη Δυτική Μακεδονία. Η επένδυση θεωρείται από τις μεγαλύτερες σε ευρωπαϊκό επίπεδο και, σύμφωνα με τη διοίκηση, μπορεί να ολοκληρωθεί εντός δύο ετών από την οριστικοποίηση συμφωνίας με hyperscaler.
Στο ίδιο πλαίσιο, η γενική συνέλευση ενέκρινε με ποσοστό 99,98% και την τροποποίηση βασικών άρθρων του καταστατικού της εταιρείας. Οι αλλαγές περιλαμβάνουν τη διεύρυνση του εταιρικού σκοπού ώστε να ενταχθούν δραστηριότητες κυβερνοασφάλειας, αποθήκευσης, επεξεργασίας και διαχείρισης ψηφιακών δεδομένων και σχετικών υποδομών, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική μετάβαση της ΔΕΗ σε έναν πολυεθνικό ενεργειακό και τεχνολογικό όμιλο.
Παράλληλα εγκρίθηκε η επανεκλογή του Νικήτας Γλυκάς και η εκλογή της Βέρα Μαλλίδου στην Επιτροπή Ελέγχου της εταιρείας, με τριετή θητεία έως τον Μάιο του 2029.
Βάσει του στρατηγικού σχεδίου, η διοίκηση εκτιμά ότι οι επενδύσεις θα οδηγήσουν σε σημαντική ενίσχυση των οικονομικών μεγεθών του Ομίλου έως το 2030. Το EBITDA προβλέπεται να αυξηθεί στα 4,6 δισ. ευρώ από 2 δισ. ευρώ το 2025, ενώ τα καθαρά κέρδη εκτιμάται ότι θα υπερτριπλασιαστούν, φτάνοντας το 1,5 δισ. ευρώ από 450 εκατ. ευρώ το 2025. Παράλληλα, προβλέπεται σημαντική ενίσχυση και της μερισματικής πολιτικής, με το μέρισμα να διαμορφώνεται στα 1,4 ευρώ ανά μετοχή έως το 2030.