Ο χαλκός θα «τρέξει» στα 14.000 δολάρια ανά τόνο μέσα στους επόμενους τρεις μήνες εν μέσω του γενικότερα bullish μομέντουμ, αλλά θα μπορούσε να κορυφωθεί αυτόν τον μήνα, εκτός εάν εμφανιστούν νέοι καταλύτες οι οποίοι θα τον στείλουν ακόμη και στα 15.000 δολάρια, σύμφωνα με την Citigroup.
Ειδικότερα, όπως σημειώνει η αμερικάνικη τράπεζα, οι τιμές του χαλκού έχουν αυξηθεί απότομα τις τελευταίες εβδομάδες, ξεπερνώντας τόσο τους bullish στόχους της για το διάστημα 0-3 μηνών (12.000 δολάρια/τόνο) όσο και τους στόχους της για τους επόμενους 6-12 μήνες (13.000 δολάρια/τόνο) όπως παρουσιάζονται στις ετήσιες προβλέψεις της για τα εμπορεύματα του 2026.
Η Citi επισημαίνει πως παραμένει bullish για τον χαλκό για τις επόμενες εβδομάδες και αυξάνει τον στόχο για το διάστημα 0-3 μηνών σε 14.000 δολάρια/τόνο. Ωστόσο, αφήνει αμετάβλητη τη βασική της πρόβλεψη για μέσο όρο τα 13.000 δολάρια/τόνο για το δεύτερο έως το τέταρτο τρίμηνο του 2026. Η δυναμική της αγοράς, η περαιτέρω άνοδος των τοποθετήσεων και τα άθικτα θετικά stories (δυναμική δασμών, προσδοκίες ζήτησης και ανάπτυξης, περιορισμός της προσφοράς ορυχείων, κίνδυνοι υποτίμησης του δολαρίου) μπορούν όλα να οδηγήσουν τις τιμές υψηλότερα στο πολύ βραχυπρόθεσμο μέλλον.
Ωστόσο, όπως τονίζει, η αισιόδοξη πεποίθησή της για τις τιμές στη συνέχεια είναι πολύ «χαμηλότερη» από ό,τι τον Δεκέμβριο. Ο Ιανουάριος θα μπορούσε να σηματοδοτήσει το υψηλό τιμών του 2026 και, εκτός εάν εμφανιστούν νέοι καταλύτες για να υλοποιηθεί το ανοδικό σενάριο των 15.000 δολαρίων/τόνο, αναμένει μια τελική υποχώρηση σε ένα πιο βιώσιμο επίπεδο των περίπου 13.000 δολαρίων/τόνο.
Όπως εξηγεί πιο αναλυτικά η αμερικάνικη τράπεζα, πιστεύει ότι η επίμονη εμπιστοσύνη στους bullish παράγοντες της αγοράς χαλκού μπορεί να τροφοδοτήσει τη συνέχιση της ανοδικής δυναμικής των τιμών τις επόμενες δύο εβδομάδες. Στις ετήσιες προβλέψεις της, επισήμανε τέσσερις κύριους καταλύτες για την άνοδο του χαλκού στα 13.000 δολάρια/τόνο έως το δεύτερο τρίμηνο του 2026: την κατανομή των επενδυτών στον χαλκό ως δείκτη ανάπτυξης (εν μέρει λόγω των μειώσεων επιτοκίων της Fed, των δαπανών του νόμου Τραμπ One Big Beautiful Bill και των μέτρων πολιτικής των ΗΠΑ), τα προβλεπόμενα φυσικά ελλείμματα σε διαρθρωτικούς παράγοντες ζήτησης και προσφοράς και τους κινδύνους υποτίμησης του δολαρίου. Αυτά παραμένουν ως επί το πλείστον σε ισχύ (αν και τώρα είναι πολύ πιο προεξοφλημένα), όπως τονίζει. Η τοποθέτηση των επενδυτών στον χαλκό παραμένει επίσης αρκετά κάτω από τα υψηλά του 2024, υποδηλώνοντας ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο για περαιτέρω κτίσιμο θέσεων.
Η Citi θεωρεί το κλίμα γύρω από τη δυναμική των δασμών ως βασικό πυλώνα της πρόσφατης ενίσχυσης των τιμών, το οποίο μπορεί να παραμείνει υποστηρικτικό βραχυπρόθεσμα, αλλά τελικά είναι ευάλωτο στην αβεβαιότητα της δασμολογικής πολιτικής των ΗΠΑ. Τα στοιχεία δείχνουν μια απότομη αύξηση στις εβδομαδιαίες εισαγωγές χαλκού στις ΗΠΑ σε πολυετές υψηλό στα τέλη Δεκεμβρίου, και το COMEX συνεχίζει να διαπραγματεύεται με premium έναντι του LME. Η βασική της υπόθεση είναι ότι οι αγορές συνεχίζουν να τιμολογούν τον δασμολογικό κίνδυνο έως τον Ιούνιο, υποστηρίζοντας τις τιμές και τα spreads εκτός ΗΠΑ, αλλά ότι οι δασμοί εξευγενισμένου χαλκού στις ΗΠΑ τελικά είτε δεν υλοποιούνται είτε μετριάζονται μέσω εξαιρέσεων προς τους περιφερειακούς εταίρους των ΗΠΑ (π.χ. Χιλή). Ωστόσο, η σαφήνεια σχετικά με αυτό θα μπορούσε πιθανώς να έρθει πολύ νωρίτερα.
Το βασικό της σενάριο είναι ότι η αγορά τελικά θα ρευστοποιήσει τυχόν περαιτέρω κέρδη πέραν των 13.000 δολαρίων/τόνο, όπως επισημαίνει. «Το βασικό μας σενάριο των 13.000 δολαρίων/τόνο επαρκεί για να δώσει κίνητρο για πρόσθετη ανάκτηση σκραπ για μια ισορροπημένη παγκόσμια φυσική αγορά το 2026», τονίζει η Citi. Οι υψηλότερες τιμές κινδυνεύουν να πυροδοτήσουν τελικά bearish φυσικά σήματα, π.χ. αυξημένη ορατότητα και διαθεσιμότητα αποθεμάτων, όπως προσθέτει.
Η πορεία προς τα 15.000 δολάρια/τόνο (το bullish σενάριο της Citi) απαιτεί νέους καταλύτες, υπογραμμίζει η αμερικάνικη τράπεζα. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει πιο επιθετική τιμολόγηση από τους επενδυτές για μια πολύ ήπια προσγείωση της οικονομίας των ΗΠΑ, περαιτέρω αδυναμία του δολαρίου και μια ισχυρή ανάκαμψη της ανάπτυξης υποστηριζόμενη από βαθύτερες μειώσεις των επιτοκίων της Fed. Περαιτέρω κρίσεις προσφοράς (προβλήματα προσφοράς ορυχείων, ασθενής αντίδραση του σκραπ σε υψηλότερες τιμές) μπορεί επίσης να ασκήσουν ανοδική πίεση στην τιμή του χαλκού, ενώ ευρύτερη τοποθέτηση των επενδυτών σε hard assets και η πεποίθηση ότι τα αποθέματα χαλκού διατηρούνται οριακά ακόμη και αν αυξηθούν παγκοσμίως (αποθηκευμένα στις ΗΠΑ/κλειδωμένα σε χρηματοδοτικές συμφωνίες/στρατηγικά αποθέματα), θα ήταν επίσης υποστηρικτικά για τις τιμές.