Η σύλληψη Μαδούρο και οι δηλώσεις Τραμπ περί μαζικής εμπλοκής αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών στη «διάσωση» της ενεργειακής υποδομής της Βενεζουέλας αποτελούν μία από τις πιο φιλόδοξες –και ταυτόχρονα αμφιλεγόμενες– ενεργειακές εξαγγελίες των τελευταίων δεκαετιών.
Σύμφωνα με διεθνείς αναλυτές, πρόκειται για μια προσπάθεια επαναφοράς της χώρας στον ρόλο του μεγάλου παραγωγού πετρελαίου και για μια έμπρακτη εφαρμογή του δόγματος της αμερικανικής «ενεργειακής κυριαρχίας». Σε επίπεδο αγοράς, όμως, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη και πολυεπίπεδη.
Σήμερα, η Βενεζουέλα παράγει περίπου 800.000 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας προσφοράς. Παρά το γεγονός ότι διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα παγκοσμίως, έχει υποβαθμιστεί από στρατηγικό παίκτη σε περιφερειακό παράγοντα, εξαιτίας κυρώσεων, κακοδιαχείρισης και κατάρρευσης των υποδομών. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που οι αγορές, παρά το γεωπολιτικό σοκ, δεν αντιδρούν με εκτίναξη τιμών. Δεν προεξοφλούν άμεσα «νέα βαρέλια», αλλά τιμολογούν κυρίως αυξημένο γεωπολιτικό ρίσκο. Το λεγόμενο risk premium αντικατοπτρίζει φόβους για προβλήματα στη ναυτιλία, στις φορτώσεις και στη σταθερότητα της περιοχής, όχι μια ουσιαστική μεταβολή στο ισοζύγιο προσφοράς–ζήτησης.
Το σχέδιο που περιέγραψε ο Τραμπ, επενδύσεις δισεκατομμυρίων από αμερικανικές εταιρείες για την ανακατασκευή της πετρελαϊκής υποδομής, προσκρούει πρώτα απ’ όλα στην πραγματική κατάσταση του κλάδου.
Η κρατική PDVSA λειτουργεί με γερασμένες γεωτρήσεις, κατεστραμμένα δίκτυα ηλεκτροδότησης και ύδρευσης, υποβαθμισμένες μονάδες αναβάθμισης στο Ορινόκο και σοβαρές ελλείψεις εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, το οποίο έχει μεταναστεύσει μαζικά. Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, ακόμη και η απλή σταθεροποίηση της σημερινής παραγωγής απαιτεί επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ η επιστροφή σε επίπεδα άνω των 2 εκατ. βαρελιών ημερησίως προϋποθέτει δεκάδες δισεκατομμύρια και χρονικό ορίζοντα πολλών ετών. Η Βενεζουέλα δεν είναι ένα project ταχείας απόδοσης είναι ένα έργο δεκαετίας με υψηλό πολιτικό και τεχνικό ρίσκο.
Οι μεγάλες εταιρείες και ο κερδισμένος
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η επιφυλακτικότητα των μεγάλων πετρελαϊκών. Η Chevron βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση, καθώς ήδη αντλεί περίπου το 20% της παραγωγής της χώρας υπό ειδική αμερικανική άδεια και έχει διατηρήσει παρουσία ακόμη και στις πιο δύσκολες περιόδους. Αντίθετα, εταιρείες όπως η Exxon Mobil και η ConocoPhillips κουβαλούν το βάρος των εθνικοποιήσεων της εποχής Τσαβεζ, με δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία και δισεκατομμύρια ανείσπρακτων αποζημιώσεων. Για αυτές, η επιστροφή στη Βενεζουέλα χωρίς σαφές νομικό και φορολογικό πλαίσιο, σταθερή κυβέρνηση και επενδυτικά βιώσιμες τιμές πετρελαίου μοιάζει εξαιρετικά ριψοκίνδυνη.
Κίνα και Ρωσία
Παράλληλα, η γεωπολιτική διάσταση είναι καθοριστική. Η Βενεζουέλα είναι ιδρυτικό μέλος του ΟΠΕΚ και παραδοσιακός εταίρος της Κίνας και της Ρωσίας. Μια αμερικανική ενεργειακή «επιτροπεία» αμφισβητεί ευθέως υφιστάμενες σφαίρες επιρροής και ενδέχεται να προκαλέσει αντιδράσεις, είτε μέσω διπλωματικών πιέσεων είτε μέσω άλλων ενεργειακών μετώπων. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και σε σενάριο επιτυχούς ανοικοδόμησης, το γεωπολιτικό premium δύσκολα θα εξαφανιστεί πλήρως από τις αγορές.
Το παράδοξο
Τέλος, υπάρχει και το θεμελιώδες ενεργειακό παράδοξο του σχεδίου Τραμπ. Ο ίδιος δηλώνει σταθερά ότι επιδιώκει χαμηλές τιμές πετρελαίου και καυσίμων για τον περιορισμό του πληθωρισμού. Όμως η επανεκκίνηση της Βενεζουέλας απαιτεί υψηλότερες τιμές, ώστε οι επενδύσεις σε βαριά και τεχνικά απαιτητικά κοιτάσματα να είναι οικονομικά βιώσιμες. Με το Brent κοντά στα 60 δολάρια το βαρέλι, τέτοια projects ανταγωνίζονται δυσμενώς πιο αποδοτικές περιοχές όπως το Περμιάν ή τη Γουιάνα, εκτός αν υπάρξουν κρατικές εγγυήσεις και μηχανισμοί αποζημίωσης άνευ προηγουμένου.
Συνολικά, ενεργειακά, η «επιστροφή» της Βενεζουέλας δεν συνιστά άμεση λύση προσφοράς για την παγκόσμια αγορά. Πρόκειται για ένα μακροπρόθεσμο γεωστρατηγικό στοίχημα, που αυξάνει βραχυπρόθεσμα τη μεταβλητότητα και την αβεβαιότητα, ενώ μεταθέτει τα ουσιαστικά αποτελέσματα σε βάθος ετών. Η χώρα διαθέτει τεράστιο υπόγειο πλούτο· όμως, όπως έχει δείξει η ιστορία της, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσο πετρέλαιο έχει, αλλά ποιος το ελέγχει, με ποιους όρους και με ποιο ρίσκο