Σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας από ΒΒ σε ΒΒ (high) προχώρησε ο καναδικός οίκος DBRS Morningstar, ενώ αναθεώρησε σε σταθερές από θετικές τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Πλέον η Ελλάδα βρίσκεται ένα μόλις "σκαλοπάτι” πριν την επενδυτική βαθμίδα.
Σύμφωνα με τον καναδικό οίκο η αναβάθμιση αντικατοπτρίζει τη θετική άποψη της DBRS ότι η Ελλάδα συνεχίζει να εφαρμόζει το πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και παραμένει πλήρως δεσμευμένη στη δημοσιονομική εξυγίανση.
Η οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 8,3% το 2021 και βρίσκεται πλέον πολύ κοντά στα προ πανδημίας επίπεδα. Η δημοσιονομική υπεραπόδοση και η στρατηγική διαχείρισης ρευστότητας το 2021 διατήρησαν σε πολύ υψηλά επίπεδα τα ταμειακά αποθέματα, τα οποία σήμερα αγγίζουν τα 41 δισ. ευρώ.
Μια μονάδα ΑΕΠ
Η DBRS εκτιμά πως η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία θα αφαιρέσει περίπου μία ποσοστιαία μονάδα από το ΑΕΠ του 2022.
Τον Δεκέμβριο του 2021 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έστειλε σήμα στήριξης των ελληνικών κρατικών ομολόγων.
Οι ελληνικές συστημικές τράπεζες συνεχίζουν να σημειώνουν σημαντική πρόοδο στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs), περιορίζοντας τα σε μονοψήφιο ποσοστό, παρά την κάποια νέα επιδείνωση της ποιότητας του ενεργητικού.
To σταθερό trend (προοπτικές) αντανακλά την άποψη της DBRS ότι οι μακροπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας φαίνεται να ενισχύονται σημαντικά από το επίπεδο διακυβέρνησης, τις επενδύσεις, τις εξαγωγές και τις μεταρρυθμίσεις, υποστηρίζοντας έτσι τη βιωσιμότητα του χρέους του δημόσιου τομέα.
Αβεβαιότητες
Η DBRS Morningstar, όπως σημειώνει, θεωρεί ότι εξακολουθούν να υπάρχουν αρκετές πιστωτικές αβεβαιότητες - οι παγκόσμιες οικονομικές επιπτώσεις της κατάστασης στην Ουκρανία, η ποιότητα του ενεργητικού του χρηματοπιστωτικού τομέα, καθώς και ο βαθμός στον οποίο η ΕΚΤ θα παρέχει στήριξη στα ελληνικά ομόλογα σε μια κατάσταση διαταραχής της αγοράς.
Η αξιολόγηση της Ελλάδας υποστηρίζονται από την συμμετοχή της στη ζώνη του ευρώ. Η Ελλάδα είναι ένα από τα έξι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με εγκεκριμένα εθνικά σχέδια στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ, τα οποία περιλαμβάνουν επιχορηγήσεις και δάνεια, τονίζει ο καναδικός οίκος.
Επιπλέον, η χώρα είναι ένα από τα πέντε κράτη-μέλη που υπέβαλαν ένα πρώτο αίτημα εκταμίευσης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αναμένεται να να αποδεσμεύσει την πρώτη εκταμίευση 3,6 δισεκατομμυρίων ευρώ πιθανότατα τον Απρίλιο.
Διατίθενται συνολικά περίπου 70 δισεκατομμύρια ευρώ κσε κεφάλαια από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ και το Πολυετές Χρηματοδοτικό Πλαίσιο της Ένωσης. Το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ελλάδας (Greece 2.0) περιλαμβάνει μεταρρυθμίσεις που πιθανότατα θα ενισχύσουν την ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς και τις επενδύσεις, μειώνοντας το επενδυτικό χάσμα μεταξύ της Ελλάδας και των ομολόγων της στη ζώνη του ευρώ.
Το σκεπτικό της αξιολόγησης
Η ανάκαμψη θα συνεχιστεί παρά τους κινδύνους για τον πληθωρισμό και την αποδυνάμωση του κλίματος εμπιστοσύνης στον απόηχο της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.
Η πανδημία του κορονοϊού και τα περιοριστικά μέτρα οδήγησαν σε σοβαρή οικονομική συρρίκνωση το 2020, σημειώνει ο καναδικός οίκος και συνεχίζει: Το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας συρρικνώθηκε κατά 9% λόγω της απότομης μείωσης της ιδιωτικής κατανάλωσης και των εξαγωγών υπηρεσιών.
Το 2021, ο ηπιότερος αντίκτυπος των περιορισμών, η διανομή εμβολίων κατά του κορονοϊού και οι καλύτερες από το αναμενόμενο επιδόσεις του τουριστικού κλάδου οδήγησαν σε ισχυρή ανάκαμψη.
Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 8,3%, ενισχυμένο από την έντονη αύξηση των επενδύσεων, των εξαγωγών και την ενισχυμένη ιδιωτική κατανάλωση.
Μετά την κατάρρευση της ταξιδιωτικής και τουριστικής βιομηχανίας το 2020, ο κλάδος ανέκτησε κάποιο χαμένο έδαφος το 2021, με τις ταξιδιωτικές εισπράξεις από τον τουρισμό να φτάνουν περίπου στο 60% των επιπέδων του 2019. Επιπλέον, η αγορά εργασίας συνέχισε να ανακάμπτει, με το ποσοστό ανεργίας να πέφτει κάτω από το 13% για πρώτη φορά από τον Αύγουστο του 2010.
Ο κίνδυνος του πληθωρισμού
Η Κομισιόν στις προοπτικές της για το χειμώνα του 2022 προέβλεψε ανάπτυξη 4,9% το 2022, με κινητήρια δύναμη τις επενδύσεις και την ιδιωτική κατανάλωση και περαιτέρω βελτιώσεις στις εξαγωγές υπηρεσιών, καθώς συνεχίζεται η ανάκαμψη των τουριστικών ροών.
Οι κυριότεροι κίνδυνοι για τις προοπτικές συνδέονται με την αυξανόμενη πληθωριστική πίεση, η οποία αναμένεται να επηρεάσει την κατανάλωση και τις επενδύσεις που επιδεινώνονται επίσης από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Παρά τον περιορισμένο άμεσο αντίκτυπο από τη ρωσική αγορά, η οποία αντιπροσώπευε μόνο το 2% των συνολικών αφίξεων το 2019, η ανάκαμψη του τουριστικού κλάδου θα μπορούσε να αναβληθεί περαιτέρω λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων και του υψηλού ενεργειακού κόστους, τα οποία θολώνουν κάπως τις προοπτικές για το 2022.
Το Ταμείο Ανάκαμψης
Τα κεφάλαια από το Ταμείο Ανάκαμψης αναμένεται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην ελληνική οικονομία.
Κατά την άποψη της DBRS, η επιτυχής εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης της Ελλάδας (Ελλάδα 2.0) αποτελεί ανοδικό "κίνδυνο" για την ελληνική οικονομία.
Σύμφωνα με τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2022, οι δαπάνες του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, συμπεριλαμβανομένων των επιχορηγήσεων και των δανείων, αναμένεται να φθάσουν σε επίπεδο άνω των 5 δισ. ευρώ ετησίως μέχρι το τέλος του προγράμματος.
Μαζί με τα διαρθρωτικά ταμεία από τον προϋπολογισμό της ΕΕ του 2021-2017, η Ελλάδα θα λάβει περίπου 70 δισ. ευρώ τα επόμενα επτά χρόνια.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τα κεφάλαια ανάκαμψης της ΕΕ, αν συνδυαστούν με μεταρρυθμίσεις, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 7% έως το 2026, κυρίως λόγω της αύξησης των επενδύσεων και της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής. Η εφαρμογή του προγράμματος "Ελλάδα 2.0" θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε 180.000-200.000 νέες μόνιμες θέσεις εργασίας. Σύμφωνα με την DBRS, η αξιοποίηση των κονδυλίων της ΕΕ, σε συνδυασμό με την αναμενόμενη συνέχιση της εφαρμογής των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, θα βελτιώσει πιθανότατα τις προοπτικές ανάπτυξης της Ελλάδας.
Πρωτογενές πλεόνασμα το 2023
Η Ελλάδα εφάρμοσε ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα - πακέτα στήριξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τον μετριασμό των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας.
Τα πακέτα περιελάμβαναν προγράμματα διατήρησης θέσεων εργασίας και οικονομική στήριξη στους αυτοαπασχολούμενους, αυξημένες δαπάνες για τη στήριξη του συστήματος υγείας, στήριξη ρευστότητας προς τις επιχειρήσεις μέσω εγγυήσεων δανείων και αναβαλλόμενων πληρωμών φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, οδηγώντας σε υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα της τάξης του 10% του ΑΕΠ το 2020, έναντι πλεονάσματος το 2019.
Μια ισχυρή απόδοση εσόδων η οποία στηρίχθηκε σε ένα καλύτερο από το αναμενόμενο αποτέλεσμα ανάπτυξης το 2021, καθώς και στις χαμηλότερες δαπάνες, οδήγησε σε βελτίωση όσον αφορά το δημοσιονομικό έλλειμμα το 2021, σε σχέση με 9,6% του ΑΕΠ που αναφέρεται στον κρατικό προϋπολογισμό του 2022. Η δημοσιονομική θέση της χώρας, σημειώνει η DBRS, αναμένεται να βελτιωθεί περαιτέρω φέτος, καθώς η οικονομία συνεχίζει την πορεία της ανάκαμψης και τα μέτρα για τον COVID-19 έχουν κατά βάση αποσυρθεί, με το δημοσιονομικό έλλειμμα να αναμένεται να μειωθεί στο 4% και το πρωτογενές έλλειμμα στο 1,4% του ΑΕΠ, προτού η χώρα επιστρέψει σε πρωτογενές πλεόνασμα το 2023.
Οι βασικοί κίνδυνοι για τις δημοσιονομικές προοπτικές σχετίζονται με πιθανή ανάγκη για πρόσθετα μέτρα για την COVID-19 ή με ενεργοποίηση κρατικών εγγυήσεων που χορηγήθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Επίσης, ως απάντηση στο αυξημένο ενεργειακό κόστος, η κυβέρνηση έχει εισαγάγει μέτρα στήριξης για τον μετριασμό των επιπτώσεων στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Το σχήμα αυτό θα έχει δημοσιονομικά ουδέτερο αντίκτυπο, καθώς το κόστος θα καλυφθεί από τα αυξημένα έσοδα από το Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών (ETS). Ωστόσο, ορισμένα πρόσθετα μέτρα είναι πιθανά στο εγγύς μέλλον. Η ισχυρή δημοσιονομική θέση της Ελλάδας πριν από την πανδημία υποστηρίζει την άποψη της DBRS Morningstar ότι η Ελλάδα θα παραμείνει προσηλωμένη στη δημοσιονομική εξυγίανση και θα συμμορφωθεί πλήρως με τις κατευθυντήριες γραμμές των ευρωπαϊκών θεσμών μόλις οι τελευταίοι θέσουν εκ νέου σε ισχύ τους δημοσιονομικούς στόχους.
Το προφίλ χρέους
Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε στο 197,1% το 2021 από 206,3% το 2020, παραμένοντας ο υψηλότερος στην Ευρωζώνη. Εντούτοις ο καναδικός οίκος εκτιμά πως υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που αμβλύνουν τους κινδύνους. Ειδικότερα, η Ελλάδα επωφελείται από την ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους, καθώς ο επίσημος τομέας κατέχει πάνω από το 75% του δημόσιου χρέους, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του χρηματοδοτείται με πολύ χαμηλά επιτόκια. Επιπλέον, το χρέος έχει πολύ μεγάλη μέση σταθμισμένη διάρκεια 21 ετών από τον Ιούνιο του 2021, ενώ πάνω από το 98% του χρέους είναι σταθερού επιτοκίου, μετριάζοντας τους κινδύνους που προκύπτουν από την αυξημένη μεταβλητότητα της αγοράς.
Επωφελούμενες από τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα PEPP της ΕΚΤ, οι ελληνικές αρχές ακολούθησαν μια ενεργητική στρατηγική προπληρώνοντας ακριβότερο χρέος. Η ΕΚΤ έχει ανακοινώσει πως ακολουθεί μια ευέλικτη προσέγγιση για την αγορά ελληνικών ομολόγων, εφόσον χρειάζεται για να αντιμετωπιστούν αρνητικών σοκ. Το μέσο πραγματικό επιτόκιο του μεσομακροπρόθεσμου χρέους στο 1,4% είναι σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο των ομολόγων άλλων χωρών της νότιας Ευρώπης. Η Ελλάδα σχεδιάζει τους επόμενους μήνες να αποπληρώσει πλήρως τα ανεξόφλητα δάνεια του ΔΝΤ και εξετάζει επίσης την αποπληρωμή των δανείων του GLF (που λήγουν το 2023) μέχρι το τέλος του έτους.
Τα σημαντικά ταμειακά αποθέματα που ανέρχονται σε περίπου 41 δισ. ευρώ στα τέλη Φεβρουαρίου 2022 εξακολουθούν να λειτουργούν ως ρυθμιστικό απόθεμα ρευστότητας και να ενισχύουν την εμπιστοσύνη της αγοράς. Παράλληλα, περιορίζουν τους κινδύνους αποπληρωμής. Σύμφωνα με την DBRS Morningstar, η δημοσιονομική πειθαρχία και η συνεχιζόμενη ανάπτυξη θα αποτελέσουν το κλειδί για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.
Aβεβαιότητα για νέες εισροές λόγω πανδημίας
Οι ελληνικές τράπεζες σημείωσαν περαιτέρω πρόοδο στη μείωση των δεικτών Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (NPLs) τους το 2021, τονίζει ο καναδικός οίκος αξιολόγης.
Ο δείκτης NPL μειώθηκε από 30,1% στο τέλος του 2020 σε 15% στα τέλη Σεπτεμβρίου 2021. Η μείωση οφείλεται κυρίως στις πωλήσεις και τιτλοποιήσεις δανείων στο πλαίσιο του Σχεδίου "Ηρακλής". Η ελληνική κυβέρνηση παρέτεινε το πρόγραμμα για επιπλέον δεκαοκτώ μήνες, έως τον Οκτώβριο του 2022.
Η παράταση του προγράμματος "Ηρακλής" και η εφαρμογή του νέου πτωχευτικού νόμου πιθανότατα θα στηρίξουν τις περαιτέρω προσπάθειες των τραπεζών να "εκκαθαρίσουν" τους ισολογισμούς τους.
Οι συστημικές τράπεζες βρίσκονται επί του παρόντος σε καλό δρόμο για να επιτύχουν τους στόχους τους για μονοψήφιους δείκτες NPL μέχρι το τέλος του 2022. Ωστόσο, η πανδημία πιθανότατα θα οδηγήσει σε νέες εισροές Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων.
Αυτό εξηγεί την αρνητική ποιοτική προσαρμογή από πλευράς DBRS Morningstar στο δομικό στοιχείο "Νομισματική Πολιτική και Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα", όπως αναφέρει ο οίκος.
Επιπλέον, οι τράπεζες αναλαμβάνουν να δανείσουν σε ελληνικές εταιρείες το μεγαλύτερο μέρος των κερδών από τα δάνεια του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ύψους έως και 12,7 δισ. ευρώ, κάτι το οποίο θα μεταφραστεί επίσης σε πρόσθετες ευκαιρίες δανεισμού για τις ίδιες τις τράπεζες. Αυτό θα βοηθήσει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν πιστώσεις σε ελληνικές επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας έτσι την οικονομική ανάκαμψη και ανάπτυξη.
Σταθερή η δέσμευση για επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις
Όπως αναφέρει στην αξιολόγησή του ο καναδικός οίκος, τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα απολαμβάνει ένα σταθερό πολιτικό περιβάλλον και βρίσκεται σε αγαστή συνεργασία με τους ομολόγους της στην ΕΕ και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Σημαντική πρόοδος καταγράφεται στη μείωση της γραφειοκρατίας στον δημόσιο τομέα, στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και στο "ξεμπλοκάρισμα" επενδυτικών σχεδίων. Η προσπάθεια της Ελλάδας για αναβάθμιση των ψηφιακών της επιδόσεων, αν και αυτές παραμένουν κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σύμφωνα με τον Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας (DESI) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έχει ενταθεί και καταγράφεται αξιοσημείωτη πρόοδος στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης.
Οι προτεραιότητες της ελληνικής κυβέρνησης τους επόμενους μήνες επικεντρώνονται στην επιτυχή εφαρμογή του προγράμματος "Ελλάδα 2.0", με αρκετές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις να βρίσκονται στα σκαριά. Η DBRS Morningstar εκτιμά ότι η βελτίωση του πολιτικού περιβάλλοντος και η δέσμευση της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις μακροχρόνιες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα αιτιολογεί μια θετική ποιοτική προσαρμογή στο δομικό στοιχείο "Πολιτικό Περιβάλλον".
Παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τις μελλοντικές αξιολογήσεις
Οι αξιολογήσεις θα μπορούσαν να αναβαθμιστούν αν συμβεί ένα ή ένας συνδυασμός από τα ακόλουθα: 1) Συνέχιση της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τις επενδύσεις βελτιώνοντας τις μακροπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές. 2) συνεχής δέσμευση για δημοσιονομική εξυγίανση που διατηρεί τον λόγο του δημόσιου χρέους σε πτωτική τροχιά.
Οι λόγοι για πιθανοί υποβάθμιση περιλαμβάνουν: 1) Επίμονα αδύναμες οικονομικές επιδόσεις. 2) Αντιστροφή ή καθυστέρηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. 3) αναζωπύρωση της αστάθειας του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Ο καναδικός οίκος DBRS είχε βαθμολογήσει το αξιόχρεο της οικονομίας στην βαθμίδα ΒΒ με θετικές προοπτικές, από τον Σεπτέμβριο του 2021, δύο θέσεις κάτω από την επενδυτική βαθμίδα.
Η επόμενη αξιολόγηση για την Ελλάδα είναι προγραμματισμένη για τις 14 Απριλίου από τον οίκο Standard & Poors. Η S&P έχει κατατάξει την Ελλάδα στην βαθμίδα ΒΒ, με θετικές προοπτικές από τον Απρίλιο του 2021.