Μενού Ροή
Βιομηχανία: Γιατί η εικόνα για ανταγωνιστική τιμή ηλεκτρική ενέργειας στην Ελλάδα έχει «ουρές»

Μπορεί η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας να εμφανίζει σήμερα καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με αρκετές ευρωπαϊκές χώρες και η κυβέρνηση να επισημαίνει ότι η χώρα διαθέτει πλέον την 7η χαμηλότερη χονδρεμπορική τιμή στην ΕΕ, ωστόσο για τη βιομηχανία το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αν η βελτιωμένη εικόνα μεταφράζεται σε πραγματικά ανταγωνιστικό και προβλέψιμο ενεργειακό κόστος.

Το ζήτημα έθεσε με ιδιαίτερη έμφαση ο Διευθυντής Βιώσιμης Ανάπτυξης της ΒΙΟΧΑΛΚΟ, Παναγιώτης Σκιαδάς, μιλώντας την περασμένη Παρασκευή στο συνέδριο «Η Ελλάδα στη νέα εποχή της πυρηνικής ενέργειας» στο Ίδρυμα Ευγενίδου.

Όπως τόνισε,  η ευρωπαϊκή βιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή πρόκληση ανταγωνιστικότητας, καθώς η μετάβαση προς την κλιματική ουδετερότητα απαιτεί τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο για την αποανθρακοποίηση της παραγωγής χάλυβα στην Ευρώπη θα απαιτηθεί ηλεκτρική ενέργεια που αντιστοιχεί σε περισσότερο από τρεις φορές την ετήσια κατανάλωση της Ελλάδας, με σημαντικό μέρος της να κατευθύνεται στην παραγωγή πράσινου υδρογόνου.

«Χρειαζόμαστε ανταγωνιστικές τιμές ενέργειας, όχι μόνο θεωρητικές αναφορές ή αποσπασματικές προσεγγίσεις», σημείωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η αξιολόγηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε επιμέρους δείκτες ή σε μια ευνοϊκή εικόνα της χονδρεμπορικής αγοράς. Όπως είπε, το ζητούμενο είναι το συνολικό ενεργειακό κόστος που τελικά επιβαρύνει τη βιομηχανία, απαντώντας ουσιαστικά σε όσα είχε αναφέρει νωρίτερα σε άλλο πάνελ αλλά στο ίδιο συνέδριο ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος. “Για παράδειγμα, δεν πρέπει να εξετάζουμε μόνο την χονδρεμπορική τιμή αλλά και το κόστος εξισορρόπησης της αγοράς, που μπορεί να είναι 50- 60 ευρώ, δηλαδή συνολικό ενεργειακό κόστος. Πρέπει να βλέπουμε τη συνολική εικόνα και όχι μόνο το αφήγημα που θέλουμε να προβάλλουμε. Παράλληλα, χρειαζόμαστε προβλεψιμότητα. Και βέβαια, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη βαριά βιομηχανία” τόνισε.

Η παρέμβαση αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον λίγες ημέρες μετά την επιστολή της ΕΒΙΚΕΝ προς τη ΡΑΑΕΥ, με την οποία η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας ζητά διερεύνηση των συνθηκών που επικράτησαν στην αγορά ηλεκτρισμού το διάστημα 5-10 Μαΐου.

Η ΕΒΙΚΕΝ υποστηρίζει ότι, παρά την ύπαρξη μηδενικών τιμών στην Αγορά Επόμενης Ημέρας κατά τις ώρες υψηλής παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, οι καταναλωτές επιβαρύνθηκαν από σημαντικές αυξήσεις στην Αγορά Εξισορρόπησης. Σύμφωνα με την Ένωση, το σχετικό κόστος έφθασε ακόμη και τα 25 ευρώ ανά μεγαβατώρα μέσω του Λογαριασμού Προσαυξήσεων 3 (ΛΠ3), αυξάνοντας τελικά τον συνολικό λογαριασμό ηλεκτρικής ενέργειας.

Με άλλα λόγια, η βιομηχανία υποστηρίζει ότι η ύπαρξη χαμηλών ή ακόμη και μηδενικών τιμών στη χονδρεμπορική αγορά δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει ότι το τελικό ενεργειακό κόστος είναι ανταγωνιστικό. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο στάθηκε και ο κ. Σκιαδάς, όταν υπογράμμισε ότι η αγορά πρέπει να εξετάζεται συνολικά και όχι μέσα από επιλεκτικές αναγνώσεις συγκεκριμένων δεικτών.

Υπενθυμίζεται ότι στο εν λόγω συνέδριο για την πυρηνική ενέργεια, από την πλευρά της κυβέρνησης, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος παρουσίασε μια διαφορετική εικόνα. Όπως ανέφερε, η μέση χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα τον Μάιο διαμορφώθηκε στα 89 ευρώ/MWh, χαμηλότερα από αγορές όπως η Γερμανία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία και η Ιταλία. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η μεγάλη διείσδυση των φωτοβολταϊκών και οι αυξημένες εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας έχουν συμβάλει σημαντικά στη μείωση των τιμών και στην αποσύνδεση της ελληνικής αγοράς από τις υψηλότερες τιμές της ευρύτερης περιοχής.

Ωστόσο, η συζήτηση που ανοίγει η βιομηχανία πηγαίνει πέρα από τη σύγκριση των χονδρεμπορικών τιμών. Αφορά κυρίως τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να προγραμματίζουν επενδύσεις δεκαετιών με σταθερό και προβλέψιμο ενεργειακό κόστος.

Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο πιεστική καθώς η ευρωπαϊκή βιομηχανία εισέρχεται στο πιο δύσκολο στάδιο της πράσινης μετάβασης. Όπως επισήμανε ο κ. Σκιαδάς, περίπου το 55% της διαδρομής προς την απανθρακοποίηση έχει ήδη καλυφθεί και πλέον ξεκινούν οι πιο απαιτητικές παρεμβάσεις, οι οποίες συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με την αντικατάσταση των υδρογονανθράκων.

Σε αυτό το πλαίσιο, υποστήριξε ότι η Ευρώπη και η Ελλάδα θα χρειαστεί να εξετάσουν χωρίς προκαταλήψεις όλες τις διαθέσιμες τεχνολογικές επιλογές, συμπεριλαμβανομένης της πυρηνικής ενέργειας, εφόσον επιδιώκουν ταυτόχρονα μηδενικές εκπομπές, ενεργειακή ασφάλεια και ανταγωνιστικό κόστος.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας