Στην ανάπτυξη φορητών πυρηνικών μικροαντιδραστήρων για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών στρατιωτικών εγκαταστάσεων προχωρούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, με τον αμερικανικό στρατό να διαθέτει έως 2,2 δισ. δολάρια για την υλοποίηση του σχετικού προγράμματος.
Το πρόγραμμα Janus παρουσιάστηκε τον Οκτώβριο του 2025 και προβλέπει την ανάπτυξη μικρών πυρηνικών μονάδων σε στρατιωτικές βάσεις έως το 2028. Σε αντίθεση με τους συμβατικούς πυρηνικούς σταθμούς, οι μικροαντιδραστήρες έχουν σαφώς μικρότερη κλίμακα, με ισχύ που συνήθως κυμαίνεται από 1 έως 20 MW ανά μονάδα.
Για τον αμερικανικό στρατό, το πλεονέκτημα είναι κυρίως επιχειρησιακό. Οι μεγάλες στρατιωτικές βάσεις καταναλώνουν ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας αντίστοιχες με εκείνες μιας μικρής πόλης, ενώ σε περίπτωση στρατιωτικής σύγκρουσης η μεταφορά καυσίμων σε απομακρυσμένες εγκαταστάσεις αποτελεί σημαντικό κίνδυνο. Ένας πυρηνικός μικροαντιδραστήρας μπορεί, αντίθετα, να λειτουργεί για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς συχνό ανεφοδιασμό.
Στο πλαίσιο του Janus έχουν επιλεγεί πέντε εταιρείες για την ανάπτυξη των πρώτων μονάδων σε ισάριθμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Η Antares Nuclear αναλαμβάνει το Fort Bragg στη Βόρεια Καρολίνα, η BWXT Technologies το Fort Campbell στο Κεντάκι, η General Atomics Electromagnetic Systems το Fort Hood στο Τέξας, η Radiant Industries το Fort Benning στη Τζόρτζια και η Westinghouse Government Services το Fort Drum στη Νέα Υόρκη.
Η Radiant Industries έχει εξασφαλίσει σύμβαση έως 750 εκατ. δολάρια για την ανάπτυξη 15 μικροαντιδραστήρων Kaleidos ισχύος 1 MW ο καθένας. Η πρώτη εγκατάσταση θα αποτελείται από τρεις μονάδες. Τρεις μικροαντιδραστήρες R1 θα εγκαταστήσει και η Antares Nuclear, με ισχύ από 100 kW έως 1 MW ανά μονάδα.
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων τεχνολογιών είναι η δυνατότητα μεταφοράς τους σε αρθρωτές μονάδες. Οι αντιδραστήρες θα κατασκευάζονται σε εργοστάσια και θα μπορούν να μεταφέρονται με φορτηγά, τρένα, αεροσκάφη ή πλοία, περιορίζοντας τον χρόνο κατασκευής στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Η Radiant υποστηρίζει ότι ο Kaleidos μπορεί να τεθεί σε λειτουργία μέσα σε 48 ώρες από την άφιξή του στη βάση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το μοντέλο αδειοδότησης. Για τους συγκεκριμένους αντιδραστήρες, την ευθύνη δεν θα έχει αρχικά η αμερικανική Επιτροπή Πυρηνικής Ρύθμισης (NRC), η οποία είναι αρμόδια για τους εμπορικούς πυρηνικούς σταθμούς, αλλά ο ίδιος ο στρατός.
Η επιλογή αυτή έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις. Ειδικοί εκφράζουν ανησυχίες για την απουσία της NRC από τη διαδικασία, ενώ η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει ότι οι αντιδραστήρες σχεδιάζονται έτσι ώστε να μπορούν αργότερα να περάσουν στην εμπορική αγορά. Σε αυτή την περίπτωση, η αδειοδότηση θα περάσει στην αρμοδιότητα της NRC.
Παράλληλα, το υπουργείο Ενέργειας θα συνεργαστεί με τον στρατό για τη διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων. Δεν προβλέπεται η μακροχρόνια αποθήκευσή τους στις στρατιωτικές βάσεις.
Η ανάπτυξη των μικροαντιδραστήρων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των ΗΠΑ να ενισχύσουν την πυρηνική ενέργεια. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει θέσει ως μακροπρόθεσμο στόχο την προσθήκη έως 300 GW νέας πυρηνικής ισχύος μέχρι το 2050, καθώς η σταθερή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας θεωρείται κρίσιμη για την ενεργειακή ασφάλεια και τη στήριξη της οικονομίας.
Στο μεταξύ, οι ίδιες τεχνολογίες προσελκύουν το ενδιαφέρον των μεγαλύτερων εταιρειών τεχνολογίας. Η Google, η Amazon, η Microsoft και η Meta έχουν ήδη προχωρήσει σε συμφωνίες ή επενδύσεις σε SMR και προηγμένους πυρηνικούς αντιδραστήρες, αναζητώντας σταθερές πηγές ηλεκτρικής ενέργειας για την ταχεία ανάπτυξη των data centers και της τεχνητής νοημοσύνης.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι μικροί και προηγμένοι πυρηνικοί αντιδραστήρες αποκτούν σταδιακά πιο πρακτικό ρόλο στην αμερικανική ενεργειακή στρατηγική. Από τις στρατιωτικές βάσεις μέχρι τα data centers, η ανάγκη για αξιόπιστη ηλεκτροδότηση όλο το εικοσιτετράωρο δημιουργεί νέα δεδομένα για μια τεχνολογία που μέχρι πρόσφατα παρέμενε κυρίως σε επίπεδο ανάπτυξης και δοκιμών.
Πηγή: oilprice