Την τελική επενδυτική απόφαση για την πρώτη φάση ανάπτυξης του κοιτάσματος βαρέος πετρελαίου Junin 5 στη Βενεζουέλα ενδέχεται να λάβει έως το τέλος του 2026 η ιταλική Eni. Σε πλήρη ανάπτυξη, το έργο εκτιμάται ότι θα μπορούσε να φτάσει σε παραγωγή έως και 1 εκατ. βαρελιών ημερησίως.
Η Eni υπέγραψε τον Σεπτέμβριο συμφωνία με την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της Βενεζουέλας PDVSA για την ανάπτυξη του κοιτάσματος, το οποίο βρίσκεται στη ζώνη του Ορινόκο, μία από τις βασικές πετρελαιοπαραγωγές περιοχές της χώρας.
Η εταιρεία έχει ήδη υποβάλει σχέδιο ανάπτυξης στις αρχές του Καράκας, ενώ, σύμφωνα με τον Φραντσέσκο Γκατέι, οικονομικό διευθυντή και επικεφαλής του τομέα ενεργειακής μετάβασης της Eni, οι διαδικασίες προχωρούν με ταχείς ρυθμούς.
Μετά τη λήψη της επενδυτικής απόφασης, η παραγωγή στο Junin 5 αναμένεται να αυξηθεί από περίπου 12.000 βαρέλια ημερησίως σήμερα σε 200.000 βαρέλια μέσα σε 18 έως 24 μήνες. Στη συνέχεια, εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 400.000 βαρέλια ημερησίως έως το τέλος του 2029, με μακροπρόθεσμο στόχο το 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2032-2033, σύμφωνα με τον Γκουίντο Μπρούσκο, επικεφαλής επιχειρησιακών δραστηριοτήτων της Eni στον τομέα φυσικών πόρων.
Παράλληλα, ο ιταλικός όμιλος επιδιώκει να προχωρήσει και στην ανάπτυξη του κοιτάσματος φυσικού αερίου Perla, στο οποίο συμμετέχει με ποσοστό 50% σε κοινοπραξία με την ισπανική Repsol. Η Eni αναμένει την έγκριση των αρχών της Βενεζουέλας για το σχέδιο ανάπτυξης, προτού λάβει την τελική επενδυτική απόφαση.
Η πρώτη φάση του έργου προβλέπεται να προσθέσει 90 εκατ. κυβικά πόδια φυσικού αερίου ημερησίως στην εγχώρια αγορά. Σε επόμενη φάση, σχεδιάζεται η ανάπτυξη πλωτής μονάδας υγροποίησης φυσικού αερίου (LNG), με δυνατότητα εξαγωγών περίπου 3,4-3,5 εκατ. μετρικών τόνων ετησίως.
Την ίδια ώρα, η Eni συμμετέχει στον σχεδιασμό ενός ακόμη μεγάλου έργου LNG, αυτή τη φορά στην Αργεντινή, σε συνεργασία με την κρατική ενεργειακή εταιρεία YPF και την XRG, τον επενδυτικό βραχίονα της ADNOC. Για το συγκεκριμένο έργο, ο όμιλος επιδιώκει να καλύψει μέσω χρηματοδότησης το 65%-70% των κεφαλαιουχικών δαπανών, έχοντας ήδη διαπιστώσει ισχυρό ενδιαφέρον από χρηματοδοτικούς φορείς.
Πηγή: Reuters