Μενού Ροή
Τέσσερα διυλιστήρια θωρακίζουν την Ελλάδα σε μια Ευρώπη που χάνει παραγωγική ισχύ
Google Logo ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ENERGYMAG.GR ΩΣ ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΠΗΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ GOOGLE

Την ώρα που η Ευρώπη κλείνει διυλιστήρια και αυξάνει την εξάρτησή της από εισαγόμενα καύσιμα, η Ελλάδα διατηρεί τέσσερις μεγάλες μονάδες με συνολική ετήσια δυναμικότητα περίπου 24,9 εκατ. τόνων. Πρόκειται για μια παραγωγική βάση ιδιαίτερα ισχυρή σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας, η οποία προσφέρει στη χώρα κάτι περισσότερο από βιομηχανική δραστηριότητα: εξαγωγικά έσοδα, δυνατότητα εφοδιασμού και στρατηγικό ρόλο στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η πιο καθαρή αποτύπωση αυτής της σημασίας βρίσκεται στο εμπορικό ισοζύγιο. Τα καύσιμα αντιστοιχούν περίπου στο 26% των ελληνικών εξαγωγών αγαθών. Με άλλα λόγια, περίπου ένα στα τέσσερα ευρώ που εισπράττει η χώρα από εξαγωγές προϊόντων συνδέεται με έναν κλάδο που συχνά αντιμετωπίζεται στη δημόσια συζήτηση αποκλειστικά ως κατάλοιπο της εποχής των ορυκτών καυσίμων.

Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Τα διυλιστήρια δεν εξορύσσουν έναν εγχώριο φυσικό πόρο. Αγοράζουν πρώτη ύλη, τη μεταποιούν με εγκαταστάσεις υψηλής τεχνολογίας και παράγουν διαφορετικά προϊόντα για τις οδικές μεταφορές, τη βιομηχανία, τη ναυτιλία και την αεροπορία. Η αξία δημιουργείται από το ύψος και την ποιότητα των επενδύσεων, την ενεργειακή αποδοτικότητα, την ασφάλεια λειτουργίας, την τεχνογνωσία και την ικανότητα προσαρμογής στις προδιαγραφές κάθε αγοράς.

Η ελληνική θέση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή εξελίσσεται αντίθετα από την ευρωπαϊκή τάση. Από το 2009 η Ευρώπη έχει χάσει το 21% της διυλιστικής της δυναμικότητας. Τριάντα από τα 100 μεγάλα διυλιστήρια έκλεισαν και επτά μετατράπηκαν σε μονάδες βιοντίζελ. Το 2024 η ήπειρος διέθετε περίπου 15 εκατ. βαρέλια ημερησίως, μόλις το 14,4% της παγκόσμιας δυναμικότητας, έναντι 36,1% στην Ασία και στον Ειρηνικό.

Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε ανταγωνιστική ευρωπαϊκή μονάδα που παραμένει σε λειτουργία αποκτά μεγαλύτερη στρατηγική αξία. Για την Ελλάδα, η αξία αυτή είναι διπλή. Σε κανονικές συνθήκες, τα διυλιστήρια λειτουργούν ως εξαγωγικός κινητήρας και στηρίζουν τη βιομηχανική παραγωγή. Σε συνθήκες κρίσης, αποτελούν κρίσιμο κρίκο της ασφάλειας εφοδιασμού, καθώς περιορίζουν την ανάγκη αποκλειστικής προσφυγής σε εισαγωγές έτοιμων προϊόντων, των οποίων η διαθεσιμότητα και η τιμή μπορεί να μεταβάλλονται απότομα.

Η σημασία αυτή δεν αναιρεί την ανάγκη απανθρακοποίησης. Την κάνει πιο απαιτητική. Οι ελληνικές μονάδες καλούνται να μειώσουν το αποτύπωμά τους και ταυτόχρονα να κατευθύνουν κεφάλαια σε βιοκαύσιμα, ανανεώσιμες πηγές, υδρογόνο, αποθήκευση και κυκλική οικονομία. Η μετάβαση δεν είναι απλή αντικατάσταση μιας γραμμής παραγωγής. Είναι πολυετές επενδυτικό πρόγραμμα που απαιτεί κερδοφόρες επιχειρήσεις, χρηματοδότηση και προβλέψιμους κανόνες.

Εδώ βρίσκεται και το βασικό ζήτημα πολιτικής. Η Ελλάδα πρέπει να προστατεύσει τον καταναλωτή και τον ανταγωνισμό, χωρίς να υπονομεύσει ένα από τα ελάχιστα μεγάλα βιομηχανικά και εξαγωγικά της πλεονεκτήματα. Κάθε παρέμβαση οφείλει να αξιολογείται όχι μόνο με βάση τη βραχυπρόθεσμη τιμή στην αντλία, αλλά και ως προς τις επιπτώσεις στις επενδύσεις, στην παραγωγή, στις εξαγωγές και στην ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Η “ελληνική εξαίρεση” δεν είναι λόγος εφησυχασμού ούτε ασπίδα απέναντι στην αλλαγή. Είναι ένα περιουσιακό στοιχείο που πρέπει να μετασχηματιστεί χωρίς να χαθεί. Σε μια Ευρώπη που ανακαλύπτει εκ νέου τη σημασία της βιομηχανικής ασφάλειας, η Ελλάδα διαθέτει ήδη την υποδομή, την τεχνογνωσία και τον εξαγωγικό προσανατολισμό. Το στοίχημα είναι να τα μεταφέρει στην επόμενη ενεργειακή εποχή, αντί να τα θυσιάσει πριν αυτή γίνει πραγματικότητα.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας