Στο ερώτημα γιατί η Βουλγαρία έχει αναπτύξει περισσότερες μπαταρίες από την Ελλάδα απαντά με νέα παρέμβασή του ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος. Η σύντομη απάντηση, όπως γράφει, είναι ότι η γειτονική χώρα κατεύθυνε μεγαλύτερο βάρος στην αποθήκευση με μπαταρίες, ενώ η Ελλάδα επέλεξε ένα πιο ισορροπημένο ενεργειακό μείγμα, επενδύοντας και στην αντλησιοταμίευση.
Η επιλογή αυτή, σημειώνει, έχει διαφορετικές συνέπειες στον χρόνο. Οι μπαταρίες μπορούν να εγκατασταθούν σχετικά γρήγορα και να αποθηκεύσουν την περίσσεια ενέργειας από τις ΑΠΕ, ώστε να την αποδώσουν ξανά στο δίκτυο όταν αυξάνεται η ζήτηση. Η αντλησιοταμίευση, αντίθετα, απαιτεί σύνθετα έργα και μεγαλύτερο χρόνο υλοποίησης, αλλά μπορεί να προσφέρει αποθήκευση μεγαλύτερης διάρκειας. Έτσι, κατά τον κ. Τσάφο, η ελληνική επιλογή περιορίζει σήμερα τη διαθέσιμη ισχύ από μπαταρίες, με την προσδοκία ότι οι επενδύσεις στην αντλησιοταμίευση θα αποδώσουν σε βάθος χρόνου.
Η διαφορά είναι ήδη ορατή στις εγκαταστάσεις. Η Βουλγαρία διαθέτει πάνω από 2 GW συστημάτων αποθήκευσης με μπαταρίες και σχεδόν 8 GWh χωρητικότητας, σύμφωνα με δημοσίευμα του Μαΐου. Στην Ελλάδα, τα πρώτα συστήματα μπαταριών άρχισαν να συμμετέχουν στην αγορά στις αρχές του 2026. Το επενδυτικό ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι μεγάλο: έχουν κατατεθεί αιτήσεις για 12,15 GW εμπορικών έργων, έναντι προγράμματος έγκρισης 4,7 GW. Οι αιτήσεις αυτές αποτυπώνουν το ενδιαφέρον της αγοράς, όχι έργα που έχουν ήδη κατασκευαστεί ή λειτουργούν.
Ο υφυπουργός επισημαίνει ότι οι μπαταρίες είναι πολύτιμες όταν υπάρχει υπερπαραγωγή από ΑΠΕ, αλλά η συνεισφορά τους περιορίζεται όταν η παραγωγή παραμένει χαμηλή για μεγάλο διάστημα. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο τον χειμώνα, όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών μειώνεται. Με άλλα λόγια, η αποθήκευση μπορεί να μεταφέρει ενέργεια από τις ώρες περίσσειας στις ώρες υψηλότερης ζήτησης, δεν μπορεί όμως από μόνη της να καλύψει μια παρατεταμένη έλλειψη παραγωγής.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Τσάφος αναφέρεται και στις μονάδες φυσικού αερίου, οι οποίες προσφέρουν ευελιξία στο ελληνικό σύστημα και ευρύτερα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Αυτή η ευελιξία, όμως, γίνεται ακριβότερη όταν αυξάνονται οι τιμές του καυσίμου. Κατά την επιχειρηματολογία του, κάθε τεχνολογία έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, τα οποία πρέπει να αξιολογούνται ως μέρος του συνολικού ενεργειακού μείγματος.
Η ανάπτυξη των μπαταριών στη Βουλγαρία στηρίχθηκε και σε δημόσια χρηματοδότηση. Το 2025 εγκρίθηκαν επιχορηγήσεις 587 εκατ. ευρώ για 82 έργα αποθήκευσης. Η χρηματοδότηση επιτάχυνε την εγκατάσταση συστημάτων, αλλά ανοίγει και το ερώτημα πόσα από αυτά θα ήταν βιώσιμα χωρίς κρατική ενίσχυση και ποιο όφελος θα προσφέρουν τελικά στο σύστημα και στους καταναλωτές.
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα της παρέμβασης αφορά τις χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Ο κ. Τσάφος υποστηρίζει ότι η Ελλάδα είχε διαχρονικά υψηλότερη χονδρική τιμή από τη Βουλγαρία, με τη διαφορά να φτάνει έως και το 51% το 2018. Από το 2024, όπως αναφέρει, η εικόνα έχει αντιστραφεί και η ελληνική τιμή είναι χαμηλότερη, με τη διαφορά να φτάνει το 10% φέτος.
Η σύγκριση αυτή αφορά τη χονδρεμπορική αγορά και δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η ελληνική στρατηγική είναι συνολικά ανώτερη ή ότι οι μπαταρίες δεν είναι αναγκαίες. Οι τιμές επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες: το μείγμα παραγωγής, τη ζήτηση, τις τιμές των καυσίμων, τη διαθεσιμότητα των μονάδων, τις διασυνδέσεις και τις καιρικές συνθήκες. Οι μπαταρίες μπορούν να περιορίσουν τις περικοπές ΑΠΕ και να μεταφέρουν ενέργεια μεταξύ διαφορετικών ωρών, αλλά δεν εξαλείφουν τις επιπτώσεις μιας περιόδου ακριβού φυσικού αερίου ή μιας παρατεταμένης έλλειψης παραγωγής.
Το βασικό μήνυμα του υφυπουργού είναι ότι η σύγκριση Ελλάδας και Βουλγαρίας δεν πρέπει να περιορίζεται στον αριθμό των μπαταριών. Η αποτελεσματικότητα κάθε στρατηγικής θα κριθεί από το αν τα έργα ολοκληρωθούν εγκαίρως, αν ανταποκρίνονται στις ανάγκες του συστήματος και αν το κόστος τους δικαιολογείται από το όφελος για την αγορά και τους καταναλωτές.