Μενού Ροή
Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
ΕΚΤ: Από το πετρέλαιο στον ηλεκτρισμό – Το μεγάλο στοίχημα της Ευρώπης μετά το νέο ενεργειακό σοκ
Google Logo ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ENERGYMAG.GR ΩΣ ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΠΗΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ GOOGLE

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βλέπει στην ηλεκτροποίηση της οικονομίας το βασικό «αντίδοτο» απέναντι στις επαναλαμβανόμενες ενεργειακές κρίσεις, προειδοποιώντας ότι η Ευρώπη παραμένει ευάλωτη στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου όσο μεταφορές, θέρμανση και βιομηχανία εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα.

Σε ανάλυση των Daniela Arlia και John Hutchinson στο blog της ΕΚΤ, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «From oil to electrons», η Φρανκφούρτη επιχειρεί να αντλήσει τα διδάγματα των πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του 1970 και να τα μεταφέρει στη σημερινή ενεργειακή πραγματικότητα.

Το βασικό μήνυμα είναι ότι η Ευρώπη έχει ήδη κάνει ένα σημαντικό μέρος της διαδρομής, αλλά όχι το δυσκολότερο. Έχει αλλάξει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο παράγει ηλεκτρική ενέργεια, χωρίς όμως να έχει αλλάξει στον ίδιο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο καταναλώνει ενέργεια.

Και αυτή ακριβώς η απόσταση αποτελεί, κατά την ΕΚΤ, μία από τις βασικές πηγές της σημερινής ευρωπαϊκής ενεργειακής ευπάθειας. 

Το μάθημα από τις πετρελαϊκές κρίσεις

Οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973-74 και του 1979-80 προκάλεσαν βαθιές οικονομικές αναταράξεις, αλλά ταυτόχρονα λειτούργησαν ως καταλύτης για αλλαγές που επηρέασαν το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα για δεκαετίες.

Μετά τα σοκ εκείνης της περιόδου, το μερίδιο του πετρελαίου και του άνθρακα μειώθηκε σημαντικά στις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, η πυρηνική ενέργεια ενισχύθηκε σε αρκετές χώρες, ενώ ακολούθησε η ανάπτυξη του φυσικού αερίου και, πολύ αργότερα, των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.

Παράλληλα δημιουργήθηκαν νέοι θεσμοί ενεργειακής ασφάλειας, αναπτύχθηκαν στρατηγικά αποθέματα και επιταχύνθηκαν οι επενδύσεις στην ενεργειακή αποδοτικότητα.

Η διαφοροποίηση αυτή περιόρισε την εξάρτηση από το πετρέλαιο, χωρίς όμως να εξαλείψει την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Μεταφορές, θέρμανση και μεγάλα τμήματα της βιομηχανίας παρέμειναν στενά συνδεδεμένα με πετρέλαιο και φυσικό αέριο. 

Το 47% της ηλεκτροπαραγωγής είναι πλέον ΑΠΕ

Η μεγάλη διαφορά σήμερα είναι ότι οι τεχνολογικές λύσεις για μια βαθύτερη αλλαγή του ενεργειακού μοντέλου είναι πλέον διαθέσιμες και, σε πολλές περιπτώσεις, οικονομικά ανταγωνιστικές.

Η πρόοδος είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή στην ηλεκτροπαραγωγή.

Το 2024 οι ΑΠΕ κάλυψαν το 47% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ποσοστό-ρεκόρ, ενώ σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες ξεπέρασαν ήδη το 50%.

Η ΕΚΤ υπογραμμίζει παράλληλα ότι, σύμφωνα με στοιχεία της IRENA που επικαλείται, το 91% των νέων έργων ΑΠΕ που τέθηκαν σε λειτουργία παγκοσμίως το 2024 παρήγαγαν ηλεκτρική ενέργεια με χαμηλότερο κόστος από τις εναλλακτικές μονάδες ορυκτών καυσίμων.

Η ενεργειακή μετάβαση επομένως δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως περιβαλλοντική επιλογή αλλά και ως οικονομικά ορθολογική επένδυση. 

Το πρόβλημα του 23%

Εδώ όμως βρίσκεται και το μεγάλο παράδοξο της Ευρώπης.

Παρά τη θεαματική αύξηση των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή, ο ηλεκτρισμός αντιπροσωπεύει σήμερα μόλις περίπου 23% της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης της Ευρώπης. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι το ποσοστό αυτό έχει παραμείνει ουσιαστικά στάσιμο κατά την τελευταία δεκαετία.

Με άλλα λόγια, η Ευρώπη κατάφερε να κάνει πολύ πιο «πράσινη» την ηλεκτρική της ενέργεια, αλλά δεν κατάφερε ακόμη να μεταφέρει αρκετές ενεργειακές χρήσεις στον ηλεκτρισμό.

Αυτοκίνητα και βαριές μεταφορές εξακολουθούν να καταναλώνουν πετρελαϊκά προϊόντα, μεγάλο μέρος των κτιρίων θερμαίνεται με ορυκτά καύσιμα και πολλές βιομηχανικές διαδικασίες εξακολουθούν να βασίζονται στο φυσικό αέριο.

Γι’ αυτό και ο επόμενος στόχος είναι πολύ πιο φιλόδοξος: η ηλεκτροποίηση της τελικής κατανάλωσης πρέπει να κινηθεί προς ένα ενδεικτικό επίπεδο 46% έως το 2040.

Ενεργειακές εισαγωγές 336,7 δισ. ευρώ

Το κόστος αυτής της εξάρτησης παραμένει τεράστιο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η ΕΚΤ, η Ευρωπαϊκή Ένωση δαπάνησε το 2025 συνολικά 336,7 δισ. ευρώ για εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων.

Επιπλέον, μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, η Ευρώπη έχει επιβαρυνθεί με επιπλέον 27 δισ. ευρώ για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων.

Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν γιατί η ενεργειακή μετάβαση συνδέεται πλέον όχι μόνο με την κλιματική πολιτική, αλλά και με το εμπορικό ισοζύγιο, την ανταγωνιστικότητα και την οικονομική ασφάλεια της Ευρώπης. 

Γιατί ενδιαφέρει την ΕΚΤ

Η ενεργειακή εξάρτηση έχει όμως και μία ακόμη διάσταση: τον πληθωρισμό.

Η ΕΚΤ υπενθυμίζει ότι η Ευρωζώνη είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε εξωτερικά ενεργειακά σοκ. Απότομες αυξήσεις στο πετρέλαιο ή στο φυσικό αέριο περνούν στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά και μπορούν, όταν είναι αρκετά ισχυρές, να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των τιμών και των μισθών.

Ένα ενεργειακό σοκ μπορεί έτσι να μετατραπεί από προσωρινή αύξηση του κόστους σε περισσότερο επίμονη πληθωριστική πίεση, αναγκάζοντας τελικά τη νομισματική πολιτική να αντιδράσει.

Όσο μικρότερη είναι λοιπόν η εξάρτηση της Ευρωζώνης από εισαγόμενο πετρέλαιο και φυσικό αέριο, τόσο μικρότερη γίνεται και η έκθεσή της σε τέτοιου είδους πληθωριστικά σοκ.

Η ΕΚΤ ξεκαθαρίζει βεβαίως ότι η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ενεργειακή πολιτική. Μπορεί όμως να επωφεληθεί από ένα ενεργειακό σύστημα περισσότερο ανθεκτικό στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών.

Δίκτυα, μπαταρίες και διασυνδέσεις

Η ηλεκτροποίηση, ωστόσο, απαιτεί πολύ περισσότερα από την εγκατάσταση νέων φωτοβολταϊκών και αιολικών πάρκων.

Η ΕΚΤ βάζει στο επίκεντρο τρεις κρίσιμες υποδομές:

ισχυρότερα ηλεκτρικά δίκτυα, περισσότερη αποθήκευση ενέργειας και μεγαλύτερες ηλεκτρικές διασυνδέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών.

Χωρίς αυτές, η αυξανόμενη παραγωγή από ΑΠΕ δεν μπορεί να αξιοποιηθεί πλήρως ούτε να στηρίξει τη μαζική μεταφορά της κατανάλωσης από τα ορυκτά καύσιμα στον ηλεκτρισμό.

Πρόκειται ουσιαστικά για τη δεύτερη φάση της ευρωπαϊκής ενεργειακής μετάβασης: μετά την αλλαγή του μείγματος ηλεκτροπαραγωγής, πρέπει να αλλάξει το ίδιο το μοντέλο κατανάλωσης ενέργειας.

Από το πετρέλαιο στα «ηλεκτρόνια»

Το ιστορικό παράδειγμα της δεκαετίας του 1970 αποτελεί για την ΕΚΤ έναν οδηγό.

Τότε η απάντηση στις πετρελαϊκές κρίσεις ήταν η διαφοροποίηση των προμηθειών, η δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων, η ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας και η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας.

Σήμερα, η αντίστοιχη στρατηγική είναι διαφορετική: περισσότερες ΑΠΕ αλλά, κυρίως, ηλεκτροποίηση μεταφορών, θέρμανσης και βιομηχανίας, υποστηριζόμενη από δίκτυα, αποθήκευση και διασυνδέσεις.

Η ουσία του μηνύματος της Φρανκφούρτης είναι ότι η Ευρώπη δεν αρκεί πλέον να αλλάξει από πού αγοράζει την ενέργειά της. Πρέπει να αλλάξει και την ίδια την ενέργεια που καταναλώνει.

Αν οι πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 αποτέλεσαν την αφετηρία για τη διαφοροποίηση από το πετρέλαιο, η σημερινή δεκαετία μπορεί, σύμφωνα με την ΕΚΤ, να αποτελέσει το σημείο καμπής για τη μετάβαση «από τα ορυκτά καύσιμα στα ηλεκτρόνια».

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας