Η είσοδος της γαλλικής Meridiam στον Great Sea Interconnector (GSI) έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό στη Λευκωσία, η οποία επιχειρεί να αξιολογήσει τα νέα δεδομένα που δημιουργούνται γύρω από το μεγαλύτερο ενεργειακό έργο που συνδέει την Κύπρο με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κυβερνητικές πηγές στην Κύπρο παραδέχονται ότι η συμφωνία αιφνιδίασε την κυπριακή πλευρά, ενώ μέχρι αργά το βράδυ της Τετάρτης δεν υπήρχε επίσημη τοποθέτηση, καθώς –όπως αναφέρουν– δεν είχε προηγηθεί πλήρης ενημέρωση από την Αθήνα και τον ΑΔΜΗΕ.
Το θέμα αναμένεται να απασχολήσει την κυπριακή κυβέρνηση στο ανώτατο επίπεδο, καθώς η συμφωνία δεν αποτελεί μια απλή αλλαγή μετοχικής σύνθεσης. Με την απόκτηση της πλειοψηφίας της εταιρείας ειδικού σκοπού από τη Meridiam, το έργο αποκτά πλέον σαφή γαλλική ταυτότητα και περνά σε μια νέα γεωπολιτική φάση, με τη Γαλλία να αποκτά άμεσο οικονομικό και στρατηγικό συμφέρον στην επιτυχή ολοκλήρωσή του.
Η αλλαγή αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τη Λευκωσία. Μέχρι σήμερα η ηλεκτρική διασύνδεση αντιμετωπιζόταν ως ένα έργο που προωθούσε κυρίως ο ΑΔΜΗΕ, με τη στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Από τη στιγμή όμως που στον πυρήνα του έργου εισέρχεται ένας από τους μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς επενδυτές υποδομών, με στενές σχέσεις με το γαλλικό κράτος, το πολιτικό βάρος της διασύνδεσης αυξάνεται σημαντικά.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Meridiam, Thierry Déau, αποκάλυψε κατά την υπογραφή της συμφωνίας στο Μέγαρο Μαξίμου ότι ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν παρακολουθεί προσωπικά την υπόθεση, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «μου τηλεφωνεί καθημερινά για το καλώδιο». Η αναφορά αυτή αποτυπώνει ότι για το Παρίσι ο Great Sea Interconnector δεν αποτελεί απλώς μια επιχειρηματική επένδυση, αλλά μέρος της ευρύτερης στρατηγικής παρουσίας της Γαλλίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τα ανοικτά μέτωπα
Παρά τη συμφωνία, αρκετά κρίσιμα ζητήματα παραμένουν ανοικτά και αποτελούν αντικείμενο προβληματισμού στη Λευκωσία.
Πρώτο και σημαντικότερο είναι η έκδοση της NAVTEX από την ελληνική πλευρά, ώστε να ξεκινήσουν οι βυθομετρικές έρευνες στην περιοχή όπου θα ποντιστεί το καλώδιο. Σύμφωνα με την κυπριακή διακυβερνητική συμφωνία, μετά την έναρξη των ερευνών ανοίγει ο δρόμος και για την καταβολή των δύο δόσεων των 25 εκατ. ευρώ από την Κυπριακή Δημοκρατία προς τον ΑΔΜΗΕ.
Παράλληλα, παραμένει ασαφές ποιος θα είναι πλέον ο ρόλος της επικαιροποιημένης μελέτης που έχει αναθέσει η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) για τα τεχνικά και οικονομικά δεδομένα του έργου. Στην Κύπρο διερωτώνται κατά πόσο η μελέτη αυτή εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο προαπαιτούμενο μετά την είσοδο της Meridiam ή εάν το νέο επενδυτικό σχήμα θεωρεί ότι διαθέτει ήδη την αναγκαία χρηματοδοτική και τεχνική επάρκεια για να προχωρήσει.
Ερωτήματα εγείρονται επίσης για τις απαιτούμενες εγκρίσεις της κυπριακής ρυθμιστικής αρχής CERA, αλλά και για το κατά πόσο η νέα πλειοψηφική μέτοχος αποδέχεται πλήρως όλες τις μέχρι σήμερα ρυθμιστικές αποφάσεις, το υφιστάμενο χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης έως το 2029 και τον προϋπολογισμό του έργου.
Ο ΑΔΜΗΕ παραμένει στον πυρήνα
Από ελληνικής πλευράς, η εικόνα είναι διαφορετική. Κυβερνητικές πηγές χαρακτηρίζουν τη συμφωνία στρατηγική επιτυχία, καθώς ο ΑΔΜΗΕ παραμένει στρατηγικός μέτοχος με δικαιώματα καταστατικής μειοψηφίας, διατηρεί την τεχνική ευθύνη σχεδιασμού, κατασκευής και λειτουργίας της διασύνδεσης, ενώ παράλληλα ανακτά περίπου το 66% των κεφαλαίων που έχει ήδη επενδύσει στο έργο, ενισχύοντας σημαντικά τη χρηματοοικονομική του θέση.
Η είσοδος της Meridiam ενισχύει την κεφαλαιακή βάση του GSI, προσθέτει εμπειρία από μεγάλα διεθνή έργα υποδομών και δημιουργεί μια νέα ασπίδα πολιτικής και χρηματοδοτικής στήριξης. Για την Αθήνα, το έργο αποκτά πλέον ακόμη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή διάσταση, καθώς πίσω από την επένδυση βρίσκεται ένας όμιλος που διαχειρίζεται χαρτοφυλάκιο έργων άνω των 100 δισ. ευρώ και συνεργάζεται στενά με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και άλλους μεγάλους θεσμικούς επενδυτές.
Νέα πραγματικότητα για την Κύπρο
Το αποτέλεσμα είναι ότι η κυπριακή κυβέρνηση καλείται πλέον να λάβει τις αποφάσεις της σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Ο Great Sea Interconnector δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά ένα ελληνικό σχέδιο διασύνδεσης, αλλά μια ευρωπαϊκή ενεργειακή επένδυση με ισχυρή γαλλική συμμετοχή και πολιτική υποστήριξη στο υψηλότερο επίπεδο.
Αυτό αυξάνει σημαντικά το πολιτικό κόστος οποιασδήποτε νέας καθυστέρησης, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της Αθήνας απέναντι τόσο στις γεωπολιτικές προκλήσεις της Ανατολικής Μεσογείου όσο και στις εκκρεμότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν στο εσωτερικό του έργου. Για τη Λευκωσία, οι επόμενες εβδομάδες αναμένεται να είναι καθοριστικές, καθώς θα πρέπει να αποφασίσει εάν θα ακολουθήσει τη νέα δυναμική που δημιουργεί η γαλλική συμμετοχή ή αν θα επιμείνει στις επιφυλάξεις που μέχρι σήμερα διατηρούσε για την πορεία της ηλεκτρικής διασύνδεσης.